10.6 τοῦ δήμου προβεβλημένος , ἐλθούσης δὲ πρὸς αὐτὸν τῆς Ἐλπινίκης καὶ δεομένης , μειδιάσας εἶπεν · Ἐλπινίκη , γραῦς εἶ , γραῦς εἶ , ὡς πράγματα τηλικαῦτα διαπράσσειν . οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν λόγον ἅπαξ ἀνέστη τὴν προβολὴν ἀφοσιούμενος , καὶ τῶν κατηγόρων ἐλάχιστα τὸν Κίμωνα λυπήσας ἀπεχώρησε .
10.7 πῶς ἂν οὖν τις Ἰδομενεῖ πιστεύσειε κατηγοροῦντι τοῦ Περικλέους , ὡς τὸν δημαγωγὸν Ἐφιάλτην , φίλον γενόμενον καὶ κοινωνὸν ὄντα τῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ προαιρέσεως , δολοφονήσαντος διὰ ζηλοτυπίαν καὶ φθόνον τῆς δόξης ; ταῦτα γὰρ οὐκ οἶδ’ ὅθεν συναγαγὼν ὥσπερ χολὴν τἀνδρὶ προσβέβληκε , πάντῃ μὲν ἴσως οὐκ ἀνεπιλήπτῳ , φρόνημα δ’ εὐγενὲς ἔχοντι καὶ ψυχὴν φιλότιμον , οἷς οὐδὲν ἐμφύεται πάθος ὠμὸν οὕτω καὶ θηριῶδες .
10.8 Ἐφιάλτην μὲν οὖν , φοβερὸν ὄντα τοῖς ὀλιγαρχικοῖς καὶ περὶ τὰς εὐθύνας καὶ διώξεις τῶν τὸν δῆμον ἀδικούντων ἀπαραίτητον , ἐπιβουλεύσαντες οἱ ἐχθροὶ δι’ Ἀριστοδίκου τοῦ Ταναγρικοῦ κρυφαίως ἀνεῖλον , ὡς Ἀριστοτέλης εἴρηκεν . Ἐτελεύτησε δὲ Κίμων ἐν Κύπρῳ στρατηγῶν . ʹʹ .