23.58 τὴν δ’ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια ·
23.59 μαῖα φίλη , μή πω μέγ’ ἐπεύχεο καγχαλόωσα .
23.60 οἶσθα γὰρ ὥς κ’ ἀσπαστὸς ἐνὶ μεγάροισι φανείη
23.61 πᾶσι , μάλιστα δ’ ἐμοί τε καὶ υἱέϊ , τὸν τεκόμεσθα ·
23.62 ἀλλ’ οὐκ ἔσθ’ ὅδε μῦθος ἐτήτυμος , ὡς ἀγορεύεις ,
23.63 ἀλλά τις ἀθανάτων κτεῖνε μνηστῆρας ἀγαυούς ,
23.64 ὕβριν ἀγασσάμενος θυμαλγέα καὶ κακὰ ἔργα .
23.65 οὔ τινα γὰρ τίεσκον ἐπιχθονίων ἀνθρώπων ,
23.66 οὐ κακὸν οὐδὲ μὲν ἐσθλόν , ὅτις σφέας εἰσαφίκοιτο ·
23.67 τῷ δι’ ἀτασθαλίας ἔπαθον κακόν · αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
23.68 ὤλεσε τηλοῦ νόστον Ἀχαιΐδος , ὤλετο δ’ αὐτός .
23.69 τὴν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα φίλη τροφὸς Εὐρύκλεια ·
23.70 τέκνον ἐμόν , ποῖόν σε ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων ,
23.71 πόσιν ἔνδον ἐόντα παρ’ ἐσχάρῃ οὔ ποτ’ ἔφησθα
23.72 οἴκαδ’ ἐλεύσεσθαι · θυμὸς δέ τοι αἰὲν ἄπιστος .
23.73 ἀλλ’ ἄγε τοι καὶ σῆμα ἀριφραδὲς ἄλλο τι εἴπω ,
23.74 οὐλήν , τήν ποτέ μιν σῦς ἤλασε λευκῷ ὀδόντι .
23.75 τὴν ἀπονίζουσα φρασάμην , ἔθελον δὲ σοὶ αὐτῇ
23.76 εἰπέμεν · ἀλλά με κεῖνος ἑλὼν ἐπὶ μάστακα χερσὶν
23.77 οὐκ ἔα εἰπέμεναι πολυϊδρείῃσι νόοιο .
23.78 ἀλλ’ ἕπευ · αὐτὰρ ἐγὼν ἐμέθεν περιδώσομαι αὐτῆς ,
23.79 αἴ κέν σ’ ἐξαπάφω , κτεῖναί μ’ οἰκτίστῳ ὀλέθρῳ .
23.80 τὴν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια ·
23.81 μαῖα φίλη , χαλεπόν σε θεῶν αἰειγενετάων
23.82 δήνεα εἴρυσθαι , μὰλα περ πολύϊδριν ἐοῦσαν .
23.83 ἀλλ’ ἔμπης ἴομεν μετὰ παῖδ’ ἐμόν , ὄφρα ἴδωμαι
23.84 ἄνδρας μνηστῆρας τεθνηότας , ἠδ’ ὃς ἔπεφνεν .
23.85 ὣς φαμένη κατέβαιν’ ὑπερώϊα · πολλὰ δέ οἱ κῆρ
23.86 ὥρμαιν’ , ἀπάνευθε φίλον πόσιν ἐξερεείνοι ,