17.87 ἐς δ’ ἀσαμίνθους βάντες ἐϋξέστας λούσαντο .
17.88 τοὺς δ’ ἐπεὶ οὖν δμῳαὶ λοῦσαν καὶ χρῖσαν ἐλαίῳ ,
17.89 ἀμφὶ δ’ ἄρα χλαίνας οὔλας βάλον ἠδὲ χιτῶνας ,
17.90 ἔκ ῥ’ ἀσαμίνθων βάντες ἐπὶ κλισμοῖσι καθῖζον .
17.91 χέρνιβα δ’ ἀμφίπολος προχόῳ ἐπέχευε φέρουσα
17.92 καλῇ χρυσείῃ , ὑπὲρ ἀργυρέοιο λέβητος ,
17.93 νίψασθαι · παρὰ δὲ ξεστὴν ἐτάνυσσε τράπεζαν .
17.94 σῖτον δ’ αἰδοίη ταμίη παρέθηκε φέρουσα ,
17.95 εἴδατα πόλλ’ ἐπιθεῖσα , χαριζομένη παρεόντων .
17.96 μήτηρ δ’ ἀντίον ἷζε παρὰ σταθμὸν μεγάροιο
17.97 κλισμῷ κεκλιμένη , λέπτ’ ἠλάκατα στρωφῶσα .
17.98 οἱ δ’ ἐπ’ ὀνείαθ’ ἑτοῖμα προκείμενα χεῖρας ἴαλλον ,
17.99 αὐτὰρ ἐπεὶ πόσιος καὶ ἐδητύος ἐξ ἔρον ἕντο ,
17.100 τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε περίφρων Πηνελόπεια ·
17.101 Τηλέμαχ’ , τοι ἐγὼν ὑπερώϊον εἰσαναβᾶσα
17.102 λέξομαι εἰς εὐνήν , μοι στονόεσσα τέτυκται ,
17.103 αἰεὶ δάκρυσ’ ἐμοῖσι πεφυρμένη , ἐξ οὗ Ὀδυσσεὺς
17.104 ᾤχεθ’ ἅμ’ Ἀτρεΐδῃσιν ἐς Ἴλιον · οὐδέ μοι ἔτλης ,
17.105 πρὶν ἐλθεῖν μνηστῆρας ἀγήνορας ἐς τόδε δῶμα ,
17.106 νόστον σοῦ πατρὸς σάφα εἰπέμεν , εἴ που ἄκουσας .
17.107 τὴν δ’ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα ·
17.108 τοιγὰρ ἐγώ τοι , μῆτερ , ἀληθείην καταλέξω .
17.109 ᾠχόμεθ’ ἔς τε Πύλον καὶ Νέστορα , ποιμένα λαῶν ·
17.110 δεξάμενος δέ με κεῖνος ἐν ὑψηλοῖσι δόμοισιν
17.111 ἐνδυκέως ἐφίλει , ὡς εἴ τε πατὴρ ἑὸν υἱὸν
17.112 ἐλθόντα χρόνιον νέον ἄλλοθεν · ὣς ἐμὲ κεῖνος
17.113 ἐνδυκέως ἐκόμιζε σὺν υἱάσι κυδαλίμοισιν .
17.114 αὐτὰρ Ὀδυσσῆος ταλασίφρονος οὔ ποτ’ ἔφασκεν ,
17.115 ζωοῦ οὐδὲ θανόντος , ἐπιχθονίων τευ ἀκοῦσαι ·
17.116 ἀλλά μ’ ἐς Ἀτρεΐδην , δουρικλειτὸν Μενέλαον ,
17.117 ἵπποισι προὔπεμψε καὶ ἅρμασι κολλητοῖσιν .