2.371 τὴν δ’ αὖ Τηλέμαχος πεπνυμένος ἀντίον ηὔδα ·
2.372 θάρσει , μαῖ’ , ἐπεὶ οὔ τοι ἄνευ θεοῦ ἥδε γε βουλή .
2.373 ἀλλ’ ὄμοσον μὴ μητρὶ φίλῃ τάδε μυθήσασθαι ,
2.374 πρίν γ’ ὅτ’ ἂν ἑνδεκάτη τε δυωδεκάτη τε γένηται ,
2.375 αὐτὴν ποθέσαι καὶ ἀφορμηθέντος ἀκοῦσαι ,
2.376 ὡς ἂν μὴ κλαίουσα κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃ .
2.377 ὣς ἄρ’ ἔφη , γρῆυς δὲ θεῶν μέγαν ὅρκον ἀπώμνυ .
2.378 αὐτὰρ ἐπεί ῥ’ ὄμοσέν τε τελεύτησέν τε τὸν ὅρκον ,
2.379 αὐτίκ’ ἔπειτά οἱ οἶνον ἐν ἀμφιφορεῦσιν ἄφυσσεν ,
2.380 ἐν δέ οἱ ἄλφιτα χεῦεν ἐϋρραφέεσσι δοροῖσι .
2.381 Τηλέμαχος δ’ ἐς δώματ’ ἰὼν μνηστῆρσιν ὁμίλει .
2.382 ἔνθ’ αὖτ’ ἄλλ’ ἐνόησε θεά , γλαυκῶπις Ἀθήνη .
2.383 Τηλεμάχῳ ἐικυῖα κατὰ πτόλιν ᾤχετο πάντῃ ,
2.384 καί ῥα ἑκάστῳ φωτὶ παρισταμένη φάτο μῦθον ,
2.385 ἑσπερίους δ’ ἐπὶ νῆα θοὴν ἀγέρεσθαι ἀνώγει .
2.386 δ’ αὖτε Φρονίοιο Νοήμονα φαίδιμον υἱὸν
2.387 ᾔτεε νῆα θοήν · δέ οἱ πρόφρων ὑπέδεκτο .
2.388 δύσετό τ’ ἠέλιος σκιόωντό τε πᾶσαι ἀγυιαί ,
2.389 καὶ τότε νῆα θοὴν ἅλαδ’ εἴρυσε , πάντα δ’ ἐν αὐτῇ
2.390 ὅπλ’ ἐτίθει , τά τε νῆες ἐύσσελμοι φορέουσι .
2.391 στῆσε δ’ ἐπ’ ἐσχατιῇ λιμένος , περὶ δ’ ἐσθλοὶ ἑταῖροι
2.392 ἁθρόοι ἠγερέθοντο · θεὰ δ’ ὤτρυνεν ἕκαστον .
2.393 ἔνθ’ αὖτ’ ἄλλ’ ἐνόησε θεά , γλαυκῶπις Ἀθήνη .
2.394 βῆ ῤ’ ἰέναι πρὸς δώματ’ Ὀδυσσῆος θείοιο ·
2.395 ἔνθα μνηστήρεσσιν ἐπὶ γλυκὺν ὕπνον ἔχευε ,
2.396 πλάζε δὲ πίνοντας , χειρῶν δ’ ἔκβαλλε κύπελλα .
2.397 οἱ δ’ εὕδειν ὤρνυντο κατὰ πτόλιν , οὐδ’ ἄρ’ ἔτι δὴν
2.398 ἥατ’ , ἐπεί σφισιν ὕπνος ἐπὶ βλεφάροισιν ἔπιπτεν .