18.352 ἐνὶ στήθεσσι κελεύει .
18.353 οὐκ ἀθεεὶ ὅδʹ ἀνὴρ Ὀδυσήϊον ἐς δόμον ἵκει ·
18.354 ἔμπης μοι δοκέει δαίδων σέλας ἔμμεναι αὐτοῦ
18.355 κὰκ κεφαλῆς , ἐπεὶ οὔ οἱ ἔνι τρίχες οὐδʹ ἠβαιαί .
18.356 ῥʹ , ἅμα τε προσέειπεν Ὀδυσσῆα πτολίπορθον ·
18.357 ξεῖνʹ , ἄρ κʹ ἐθέλοις θητευέμεν , εἴ σʹ ἀνελοίμην ,
18.358 ἀγροῦ ἐπʹ ἐσχατιῆς μισθὸς δέ τοι ἄρκιος ἔσται
18.359 αἱμασιάς τε λέγων καὶ δένδρεα μακρὰ φυτεύων ;
18.360 ἔνθα κʹ ἐγὼ σῖτον μὲν ἐπηετανὸν παρέχοιμι ,
18.361 εἵματα δʹ ἀμφιέσαιμι ποσίν θʹ ὑποδήματα δοίην .
18.362 ἀλλʹ ἐπεὶ οὖν δὴ ἔργα κάκʹ ἔμμαθες , οὐκ ἐθελήσεις
18.363 ἔργον ἐποίχεσθαι , ἀλλὰ πτώσσειν κατὰ δῆμον
18.364 βούλεαι , ὄφρʹ ἄν ἔχῃς βόσκειν σὴν γαστέρʹ ἄναλτον .
18.365 τὸν δʹ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
18.366 Εὐρύμαχʹ , εἰ γὰρ νῶϊν ἔρις ἔργοιο γένοιτο
18.367 ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ , ὅτε τʹ ἤματα μακρὰ πέλονται ,
18.368 ἐν ποίῃ , δρέπανον μὲν ἐγὼν εὐκαμπὲς ἔχοιμι ,
18.369 καὶ δὲ σὺ τοῖον ἔχοις , ἵνα πειρησαίμεθα ἔργου
18.370 νήστιες ἄχρι μάλα κνέφαος , ποίη δὲ παρείη .
18.371 εἰ δʹ αὖ καὶ βόες εἶεν ἐλαυνέμεν , οἵ περ ἄριστοι ,
18.372 αἴθωνες , μεγάλοι , ἄμφω κεκορηότε ποίης ,
18.373 ἥλικες , ἰσοφόροι , τῶν τε σθένος οὐκ ἀλαπαδνόν ,
18.374 τετράγυον δʹ εἴη , εἴκοι δʹ ὑπὸ βῶλος ἀρότρῳ ·
18.375 τῷ κέ μʹ ἴδοις , εἰ ὦλκα διηνεκέα προταμοίμην .
18.376 εἰ δʹ αὖ καὶ πόλεμόν ποθεν ὁρμήσειε Κρονίων
18.377 σήμερον , αὐτὰρ ἐμοὶ σάκος εἴη καὶ δύο δοῦρε
18.378 καὶ κυνέη πάγχαλκος , ἐπὶ κροτάφοις ἀραρυῖα ,
18.379 τῷ κέ μʹ ἴδοις πρώτοισιν ἐνὶ προμάχοισι μιγέντα ,
18.380 οὐδʹ