18.380 ἄν μοι τὴν γαστέρʹ ὀνειδίζων ἀγορεύοις .
18.381 ἀλλὰ μάλʹ ὑβρίξεις , καί τοι νόος ἐστὶν ἀπηνής ·
18.382 καί πού τις δοκέεις μέγας ἔμμεναι ἠδὲ κραταιός ,
18.383 οὕνεκα πὰρ παύροισι καὶ οὐκ ἀγαθοῖσιν ὁμιλεῖς .
18.384 εἰ δʹ Ὀδυσεὺς ἔλθοι καὶ ἵκοιτʹ ἐς πατρίδα γαῖαν ,
18.385 αἶψά κέ τοι τὰ θύρετρα , καὶ εὐρέα περ μάλʹ ἐόντα ,
18.386 φεύγοντι στείνοιτο διὲκ προθύροιο θύραζε .
18.387 ὣς ἔφατʹ , Εὐρύμαχος δʹ ἐχολώσατο κηρόθι μᾶλλον ,
18.388 καί μιν ὑπόδρα ἰδὼν ἔπεα πτερόεντα προσηύδα ·
18.389 δείλʹ , τάχα τοι τελέω κακόν , οἷʹ ἀγορεύεις
18.390 θαρσαλέως πολλοῖσι μετʹ ἀνδράσιν , οὐδέ τι θυμῷ
18.391 ταρβεῖς · ῥά σε οἶνος ἔχει φρένας , νύ τοι αἰεὶ
18.392 τοιοῦτος νόος ἐστίν · καὶ μεταμώνια βάζεις .
18.393 ἀλύεις , ὅτι Ἶρον ἐνίκησας τὸν ἀλήτην ;
18.394 ὣς ἄρα φωνήσας σφέλας ἔλλαβεν · αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
18.395 Ἀμφινόμου πρὸς γοῦνα καθέζετο Δουλιχιῆος ,
18.396 Εὐρύμαχον δείσας · δʹ ἄρʹ οἰνοχόον βάλε χεῖρα
18.397 δεξιτερήν · πρόχοος δὲ χαμαὶ βόμβησε πεσοῦσα ,
18.398 αὐτὰρ γʹ οἰμώξας πέσεν ὕπτιος ἐν κονίῃσι .
18.399 μνηστῆρες δʹ ὁμάδησαν ἀνὰ μέγαρα σκιόεντα ,
18.400 ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον ·
18.401 αἴθʹ ὤφελλʹ ξεῖνος ἀλώμενος ἄλλοθʹ ὀλέσθαι
18.402 πρὶν ἐλθεῖν · τῷ οὔ τι τόσον κέλαδον μετέθηκε .
18.403 νῦν δὲ περὶ πτωχῶν ἐριδαίνομεν , οὐδέ τι δαιτὸς
18.404 ἐσθλῆς ἔσσεται ἦδος , ἐπεὶ τὰ χερείονα νικᾷ .
18.405 τοῖσι δὲ καὶ μετέειφʹ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο
18.406 δαιμόνιοι , μαίνεσθε καὶ οὐκέτι κεύθετε θυμῷ
18.407 βρωτὺν οὐδὲ ποτῆτα · θεῶν νύ τις ὔμμʹ ὀροθύνει .
18.408 ἀλλʹ εὖ δαισάμενοι κατακείετε οἴκαδʹ ἰόντες