18.323 δίδου δʹ ἄρʹ ἀθύρματα θυμῷ ·
18.324 ἀλλʹ οὐδʹ ὣς ἔχε πένθος ἐνὶ φρεσὶ Πηνελοπείης ,
18.325 ἀλλʹ γʹ Εὐρυμάχῳ μισγέσκετο καὶ φιλέεσκεν .
18.326 ῥʹ Ὀδυσῆʹ ἐνένιπεν ὀνειδείοις ἐπέεσσιν ·
18.327 ξεῖνε τάλαν , σύ γέ τις φρένας ἐκπεπαταγμένος ἐσσί ,
18.328 οὐδʹ ἐθέλεις εὕδειν χαλκήϊον ἐς δόμον ἐλθών ,
18.329 ἠέ που ἐς λέσχην , ἀλλʹ ἐνθάδε πόλλʹ ἀγορεύεις ,
18.330 θαρσαλέως πολλοῖσι μετʹ ἀνδράσιν , οὐδέ τι θυμῷ
18.331 ταρβεῖς · ῥά σε οἶνος ἔχει φρένας , νύ τοι αἰεὶ
18.332 τοιοῦτος νόος ἐστίν · καὶ μεταμώνια βάζεις .
18.333 ἀλύεις , ὅτι Ἶρον ἐνίκησας τὸν ἀλήτην ;
18.334 μή τίς τοι τάχα Ἴρου ἀμείνων ἄλλος ἀναστῇ ,
18.335 ὅς τίς σʹ ἀμφὶ κάρη κεκοπὼς χερσὶ στιβαρῇσι
18.336 δώματος ἐκπέμψῃσι , φορύξας αἵματι πολλῷ .
18.337 τὴν δʹ ἄρʹ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
18.338 τάχα Τηλεμάχῳ ἐρέω , κύον , οἷʹ ἀγορεύεις ,
18.339 κεῖσʹ ἐλθών , ἵνα σʹ αὖθι διὰ μελεϊστὶ τάμῃσιν .
18.340 ὣς εἰπὼν ἐπέεσσι διεπτοίησε γυναῖκας .
18.341 βὰν δʹ ἴμεναι διὰ δῶμα , λύθεν δʹ ὑπὸ γυῖα ἑκάστης
18.342 ταρβοσύνῃ · φὰν γάρ μιν ἀληθέα μυθήσασθαι .
18.343 αὐτὰρ πὰρ λαμπτῆρσι φαείνων αἰθομένοισιν
18.344 ἑστήκειν ἐς πάντας ὁρώμενος · ἄλλα δέ οἱ κῆρ
18.345 ὥρμαινε φρεσὶν ᾗσιν , ῥʹ οὐκ ἀτέλεστα γένοντο .
18.346 μνηστῆρας δʹ οὐ πάμπαν ἀγήνορας εἴα Ἀθήνη
18.347 λώβης ἴσχεσθαι θυμαλγέος , ὄφρʹ ἔτι μᾶλλον
18.348 δύη ἄχος κραδίην Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος .
18.349 τοῖσιν δʹ Εὐρύμαχος , Πολύβου πάϊς , ἦρχʹ ἀγορεύειν ,
18.350 κερτομέων Ὀδυσῆα · γέλω δʹ ἑτάροισιν ἔτευχε .
18.351 κέκλυτέ μευ , μνηστῆρες ἀγακλειτῆς βασιλείης ,
18.352 ὄφρʹ εἴπω τά με θυμὸς