22.353 ἀλλὰ πολὺ πλέονες καὶ κρείσσονες ἦγον ἀνάγκῃ .
22.354 ὣς φάτο , τοῦ δ’ ἤκουσ’ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο ,
22.355 αἶψα δ’ ἑὸν πατέρα προσεφώνεεν ἐγγὺς ἐόντα ·
22.356 ἴσχεο μηδέ τι τοῦτον ἀναίτιον οὔταε χαλκῷ ·
22.357 καὶ κήρυκα Μέδοντα σαώσομεν , ὅς τέ μευ αἰεὶ
22.358 οἴκῳ ἐν ἡμετέρῳ κηδέσκετο παιδὸς ἐόντος ,
22.359 εἰ δὴ μή μιν ἔπεφνε Φιλοίτιος ἠὲ συβώτης ,
22.360 ἠὲ σοὶ ἀντεβόλησεν ὀρινομένῳ κατὰ δῶμα .
22.361 ὣς φάτο , τοῦ δ’ ἤκουσε Μέδων πεπνυμένα εἰδώς ·
22.362 πεπτηὼς γὰρ ἔκειτο ὑπὸ θρόνον , ἀμφὶ δὲ δέρμα
22.363 ἕστο βοὸς νεόδαρτον , ἀλύσκων κῆρα μέλαιναν .
22.364 αἶψα δ’ ἀπὸ θρόνου ὦρτο , θοῶς δ’ ἀπέδυνε βοείην
22.365 Τηλέμαχον δ’ ἄρ’ ἔπειτα προσαΐξας λάβε γούνων ,
22.366 καί μιν λισσόμενος ἔπεα πτερόεντα προσηύδα ·
22.367 φίλ’ , ἐγὼ μὲν ὅδ’ εἰμί , σὺ δ’ ἴσχεο εἰπὲ δὲ πατρὶ
22.368 μή με περισθενέων δηλήσεται ὀξέϊ χαλκῷ ,
22.369 ἀνδρῶν μνηστήρων κεχολωμένος , οἵ οἱ ἔκειρον
22.370 κτήματ’ ἐνὶ μεγάροις , σὲ δὲ νήπιοι οὐδὲν ἔτιον .
22.371 τὸν δ’ ἐπιμειδήσας προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
22.372 θάρσει , ἐπεὶ δή σ’ οὗτος ἐρύσσατο καὶ ἐσάωσεν ,
22.373 ὄφρα γνῷς κατὰ θυμόν , ἀτὰρ εἴπῃσθα καὶ ἄλλῳ ,
22.374 ὡς κακοεργίης εὐεργεσίη μέγ’ ἀμείνων .
22.375 ἀλλ’ ἐξελθόντες μεγάρων ἕζεσθε θύραζε
22.376 ἐκ φόνου εἰς αὐλήν , σύ τε καὶ πολύφημος ἀοιδός ,
22.377 ὄφρ’ ἂν ἐγὼ κατὰ δῶμα πονήσομαι ὅττεό με χρή .
22.378 ὣς φάτο , τὼ δ’ ἔξω βήτην μεγάροιο κιόντε ,
22.379 ἑζέσθην δ’ ἄρα τώ γε Διὸς μεγάλου ποτὶ βωμόν ,
22.380 πάντοσε παπταίνοντε , φόνον ποτιδεγμένω αἰεί .