19.291 ἀλλ’ ἐμὲ πρὶν ἀπέπεμψε · τύχησε γὰρ ἐρχομένη νηῦς
19.292 ἀνδρῶν Θεσπρωτῶν ἐς Δουλίχιον πολύπυρον .
19.293 καί μοι κτήματ’ ἔδειξεν , ὅσα ξυναγείρατ’ Ὀδυσσεύς ·
19.294 καί νύ κεν ἐς δεκάτην γενεὴν ἕτερόν γ’ ἔτι βόσκοι ,
19.295 ὅσσα οἱ ἐν μεγάροις κειμήλια κεῖτο ἄνακτος .
19.296 τὸν δ’ ἐς Δωδώνην φάτο βήμεναι , ὄφρα θεοῖο
19.297 ἐκ δρυὸς ὑψικόμοιο Διὸς βουλὴν ἐπακούσαι ,
19.298 ὅππως νοστήσειε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν
19.299 ἤδη δὴν ἀπεών , ἀμφαδὸν ἦε κρυφηδόν .
19.300 ὣς μὲν οὕτως ἐστὶ σόος καὶ ἐλεύσεται ἤδη
19.301 ἄγχι μάλ’ , οὐδ’ ἔτι τῆλε φίλων καὶ πατρίδος αἴης
19.302 δηρὸν ἀπεσσεῖται · ἔμπης δέ τοι ὅρκια δώσω .
19.303 ἴστω νῦν Ζεὺς πρῶτα , θεῶν ὕπατος καὶ ἄριστος ,
19.304 ἱστίη τ’ Ὀδυσῆος ἀμύμονος , ἣν ἀφικάνω ·
19.305 μέν τοι τάδε πάντα τελείεται ὡς ἀγορεύω .
19.306 τοῦδ’ αὐτοῦ λυκάβαντος ἐλεύσεται ἐνθάδ’ Ὀδυσσεύς ,
19.307 τοῦ μὲν φθίνοντος μηνός , τοῦ δ’ ἱσταμένοιο .
19.308 τὸν δ’ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια ·
19.309 αἲ γὰρ τοῦτο , ξεῖνε , ἔπος τετελεσμένον εἴη ·
19.310 τῷ κε τάχα γνοίης φιλότητά τε πολλά τε δῶρα
19.311 ἐξ ἐμεῦ , ὡς ἄν τίς σε συναντόμενος μακαρίζοι .
19.312 ἀλλά μοι ὧδ’ ἀνὰ θυμὸν ὀΐεται , ὡς ἔσεταί περ ·
19.313 οὔτ’ Ὀδυσεὺς ἔτι οἶκον ἐλεύσεται , οὔτε σὺ πομπῆς
19.314 τεύξῃ , ἐπεὶ οὐ τοῖοι σημάντορές εἰσ’ ἐνὶ οἴκῳ
19.315 οἷος Ὀδυσσεὺς ἔσκε μετ’ ἀνδράσιν , εἴ ποτ’ ἔην γε ,
19.316 ξείνους αἰδοίους ἀποπεμπέμεν ἠδὲ δέχεσθαι .
19.317 ἀλλά μιν , ἀμφίπολοι , ἀπονίψατε , κάτθετε δ’ εὐνήν ,
19.318 δέμνια καὶ χλαίνας καὶ ῥήγεα σιγαλόεντα ,