19.61 αἱ δ’ ἀπὸ μὲν σῖτον πολὺν ᾕρεον ἠδὲ τραπέζας
19.62 καὶ δέπα , ἔνθεν ἄρ’ ἄνδρες ὑπερμενέοντες ἔπινον ·
19.63 πῦρ δ’ ἀπὸ λαμπτήρων χαμάδις βάλον , ἄλλα δ’ ἐπ’ αὐτῶν
19.64 νήησαν ξύλα πολλά , φόως ἔμεν ἠδὲ θέρεσθαι .
19.65 δ’ Ὀδυσῆ’ ἐνένιπε Μελανθὼ δεύτερον αὖτις ·
19.66 ξεῖν’ , ἔτι καὶ νῦν ἐνθάδ’ ἀνιήσεις διὰ νύκτα
19.67 δινεύων κατὰ οἶκον , ὀπιπεύσεις δὲ γυναῖκας ;
19.68 ἀλλ’ ἔξελθε θύραζε , τάλαν , καὶ δαιτὸς ὄνησο ·
19.69 τάχα καὶ δαλῷ βεβλημένος εἶσθα θύραζε .
19.70 τὴν δ’ ἄρ’ ὑπόδρα ἰδὼν προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
19.71 δαιμονίη , τί μοι ὧδ’ ἐπέχεις κεκοτηότι θυμῷ ;
19.72 ὅτι δὴ ῥυπόω , κακὰ δὲ χροῒ εἵματα εἷμαι ,
19.73 πτωχεύω δ’ ἀνὰ δῆμον ; ἀναγκαίη γὰρ ἐπείγει .
19.74 τοιοῦτοι πτωχοὶ καὶ ἀλήμονες ἄνδρες ἔασι
19.75 καὶ γὰρ ἐγώ ποτε οἶκον ἐν ἀνθρώποισιν ἔναιον
19.76 ὄλβιος ἀφνειὸν καὶ πολλάκι δόσκον ἀλήτῃ ,
19.77 τοίῳ ὁποῖος ἔοι καὶ ὅτευ κεχρημένος ἔλθοι ·
19.78 ἦσαν δὲ δμῶες μάλα μυρίοι , ἄλλα τε πολλὰ
19.79 οἷσίν τ’ εὖ ζώουσι καὶ ἀφνειοὶ καλέονται .
19.80 ἀλλὰ Ζεὺς ἀλάπαξε Κρονίων · ἤθελε γάρ που ·
19.81 τῷ νῦν μήποτε καὶ σύ , γύναι , ἀπὸ πᾶσαν ὀλέσσῃς
19.82 ἀγλαΐην , τῇ νῦν γε μετὰ δμῳῇσι κέκασσαι ·
19.83 μή πώς τοι δέσποινα κοτεσσαμένη χαλεπήνῃ ,
19.84 Ὀδυσεὺς ἔλθῃ · ἔτι γὰρ καὶ ἐλπίδος αἶσα .
19.85 εἰ δ’ μὲν ὣς ἀπόλωλε καὶ οὐκέτι νόστιμός ἐστιν ,
19.86 ἀλλ’ ἤδη παῖς τοῖος Ἀπόλλωνός γε ἕκητι ,
19.87 Τηλέμαχος · τὸν δ’ οὔ τις ἐνὶ μεγάροισι γυναικῶν
19.88 λήθει ἀτασθάλλουσ’ , ἐπεὶ οὐκέτι τηλίκος ἐστίν .