19.31 τὼ δ’ ἄρ’ ἀναΐξαντ’ Ὀδυσεὺς καὶ φαίδιμος υἱὸς
19.32 ἐσφόρεον κόρυθάς τε καὶ ἀσπίδας ὀμφαλοέσσας
19.33 ἔγχεά τ’ ὀξυόεντα · πάροιθε δὲ Παλλὰς Ἀθήνη ,
19.34 χρύσεον λύχνον ἔχουσα , φάος περικαλλὲς ἐποίει .
19.35 δὴ τότε Τηλέμαχος προσεφώνεεν ὃν πατέρ’ αἶψα ·
19.36 πάτερ , μέγα θαῦμα τόδ’ ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶμαι .
19.37 ἔμπης μοι τοῖχοι μεγάρων καλαί τε μεσόδμαι ,
19.38 εἰλάτιναί τε δοκοί , καὶ κίονες ὑψόσ’ ἔχοντες
19.39 φαίνοντ’ ὀφθαλμοῖς ὡς εἰ πυρὸς αἰθομένοιο .
19.40 μάλα τις θεὸς ἔνδον , οἳ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσι .
19.41 τὸν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
19.42 σίγα καὶ κατὰ σὸν νόον ἴσχανε μηδ’ ἐρέεινε ·
19.43 αὕτη τοι δίκη ἐστὶ θεῶν , οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν .
19.44 ἀλλὰ σὺ μὲν κατάλεξαι , ἐγὼ δ’ ὑπολείψομαι αὐτοῦ ,
19.45 ὄφρα κ’ ἔτι δμῳὰς καὶ μητέρα σὴν ἐρεθίζω ·
19.46 δέ μ’ ὀδυρομένη εἰρήσεται ἀμφὶς ἕκαστα .
19.47 ὣς φάτο , Τηλέμαχος δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει
19.48 κείων ἐς θάλαμον , δαΐδων ὕπο λαμπομενάων ,
19.49 ἔνθα πάρος κοιμᾶθ’ , ὅτε μιν γλυκὺς ὕπνος ἱκάνοι ·
19.50 ἔνθ’ ἄρα καὶ τότ’ ἔλεκτο καὶ Ἠῶ δῖαν ἔμιμνεν .
19.51 αὐτὰρ ἐν μεγάρῳ ὑπελείπετο δῖος Ὀδυσσεύς ,
19.52 μνηστήρεσσι φόνον σὺν Ἀθήνῃ μερμηρίζων .
19.53 δ’ ἴεν ἐκ θαλάμοιο περίφρων Πηνελόπεια ,
19.54 Ἀρτέμιδι ἰκέλη ἠὲ χρυσέῃ Ἀφροδίτῃ .
19.55 τῇ παρὰ μὲν κλισίην πυρὶ κάτθεσαν , ἔνθ’ ἄρ’ ἐφῖζε ,
19.56 δινωτὴν ἐλέφαντι καὶ ἀργύρῳ · ἥν ποτε τέκτων
19.57 ποίησ’ Ἰκμάλιος , καὶ ὑπὸ θρῆνυν ποσὶν ἧκε
19.58 προσφυέ’ ἐξ αὐτῆς , ὅθ’ ἐπὶ μέγα βάλλετο κῶας .
19.59 ἔνθα καθέζετ’ ἔπειτα περίφρων Πηνελόπεια .
19.60 ἦλθον δὲ δμῳαὶ λευκώλενοι ἐκ μεγάροιο .