13.208 καλλείψω , μή πώς μοι ἕλωρ ἄλλοισι γένηται .
13.209 πόποι , οὐκ ἄρα πάντα νοήμονες οὐδὲ δίκαιοι
13.210 ἦσαν Φαιήκων ἡγήτορες ἠδὲ μέδοντες ,
13.211 οἵ μ’ εἰς ἄλλην γαῖαν ἀπήγαγον , τέ μ’ ἔφαντο
13.212 ἄξειν εἰς Ἰθάκην εὐδείελον , οὐδ’ ἐτέλεσσαν .
13.213 Ζεὺς σφέας τίσαιτο ἱκετήσιος , ὅς τε καὶ ἄλλους
13.214 ἀνθρώπους ἐφορᾷ καὶ τίνυται ὅς τις ἁμάρτῃ .
13.215 ἀλλ’ ἄγε δὴ τὰ χρήματ’ ἀριθμήσω καὶ ἴδωμαι ,
13.216 μή τί μοι οἴχωνται κοίλης ἐπὶ νηὸς ἄγοντες .
13.217 ὣς εἰπὼν τρίποδας περικαλλέας ἠδὲ λέβητας
13.218 ἠρίθμει καὶ χρυσὸν ὑφαντά τε εἵματα καλά .
13.219 τῶν μὲν ἄρ’ ὀύ τι πόθει · δ’ ὀδύρετο πατρίδα γαῖαν
13.220 ἑρπύζων παρὰ θῖνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης ,
13.221 πόλλ’ ὀλοφυρόμενος . σχεδόθεν δέ οἱ ἦλθεν Ἀθήνη ,
13.222 ἀνδρὶ δέμας εἰκυῖα νέῳ , ἐπιβώτορι μήλων ,
13.223 παναπάλῳ , οἷοί τε ἀνάκτων παῖδες ἔασι ,
13.224 δίπτυχον ἀμφ’ ὤμοισιν ἔχουσ’ εὐεργέα λώπην ·
13.225 ποσσὶ δ’ ὑπὸ λιπαροῖσι πέδιλ’ ἔχε , χερσὶ δ’ ἄκοντα .
13.226 τὴν δ’ Ὀδυσεὺς γήθησεν ἰδὼν καὶ ἐναντίος ἦλθε ,
13.227 καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα ·
13.228 φίλ’ , ἐπεί σε πρῶτα κιχάνω τῷδ’ ἐνὶ χώρῳ ,
13.229 χαῖρέ τε καὶ μή μοί τι κακῷ νόῳ ἀντιβολήσαις ,
13.230 ἀλλὰ σάω μὲν ταῦτα , σάω δ’ ἐμέ · σοὶ γὰρ ἐγώ γε
13.231 εὔχομαι ὥς τε θεῷ καί σευ φίλα γούναθ’ ἱκάνω .
13.232 καί μοι τοῦτ’ ἀγόρευσον ἐτήτυμον , ὄφρ’ ἐῢ εἰδῶ ·
13.233 τίς γῆ , τίς δῆμος , τίνες ἀνέρες ἐγγεγάασιν ;
13.234 πού τις νήσων εὐδείελος , ἦέ τις ἀκτὴ
13.235 κεῖθ’ ἁλὶ κεκλιμένη ἐριβώλακος ἠπείροιο ;