12.415 Ζεὺς δ’ ἄμυδις βρόντησε καὶ ἔμβαλε νηὶ κεραυνόν ·
12.416 δ’ ἐλελίχθη πᾶσα Διὸς πληγεῖσα κεραυνῷ ,
12.417 ἐν δὲ θεείου πλῆτο , πέσον δ’ ἐκ νηὸς ἑταῖροι .
12.418 οἱ δὲ κορώνῃσιν ἴκελοι περὶ νῆα μέλαιναν
12.419 κύμασιν ἐμφορέοντο , θεὸς δ’ ἀποαίνυτο νόστον .
12.420 αὐτὰρ ἐγὼ διὰ νηὸς ἐφοίτων , ὄφρ’ ἀπὸ τοίχους
12.421 λῦσε κλύδων τρόπιος , τὴν δὲ ψιλὴν φέρε κῦμα ,
12.422 ἐκ δέ οἱ ἱστὸν ἄραξε ποτὶ τρόπιν . αὐτὰρ ἐπ’ αὐτῷ
12.423 ἐπίτονος βέβλητο , βοὸς ῥινοῖο τετευχώς ·
12.424 τῷ ῥ’ ἄμφω συνέεργον , ὁμοῦ τρόπιν ἠδὲ καὶ ἱστόν ,
12.425 ἑζόμενος δ’ ἐπὶ τοῖς φερόμην ὀλοοῖς ἀνέμοισιν .
12.426 ἔνθ’ τοι Ζέφυρος μὲν ἐπαύσατο λαίλαπι θύων ,
12.427 ἦλθε δ’ ἐπὶ Νότος ὦκα , φέρων ἐμῷ ἄλγεα θυμῷ ,
12.428 ὄφρ’ ἔτι τὴν ὀλοὴν ἀναμετρήσαιμι Χάρυβδιν .
12.429 παννύχιος φερόμην , ἅμα δ’ ἠελίῳ ἀνιόντι
12.430 ἦλθον ἐπὶ Σκύλλης σκόπελον δεινήν τε Χάρυβδιν .
12.431 μὲν ἀνερροίβδησε θαλάσσης ἁλμυρὸν ὕδωρ ·
12.432 αὐτὰρ ἐγὼ ποτὶ μακρὸν ἐρινεὸν ὑψόσ’ ἀερθείς ,
12.433 τῷ προσφὺς ἐχόμην ὡς νυκτερίς . οὐδέ πῃ εἶχον
12.434 οὔτε στηρίξαι ποσὶν ἔμπεδον οὔτ’ ἐπιβῆναι ·
12.435 ῥίζαι γὰρ ἑκὰς εἶχον , ἀπήωροι δ’ ἔσαν ὄζοι ,
12.436 μακροί τε μεγάλοι τε , κατεσκίαον δὲ Χάρυβδιν .
12.437 νωλεμέως δ’ ἐχόμην , ὄφρ’ ἐξεμέσειεν ὀπίσσω
12.438 ἱστὸν καὶ τρόπιν αὖτις · ἐελδομένῳ δέ μοι ἦλθον
12.439 ὄψ’ · ἦμος δ’ ἐπὶ δόρπον ἀνὴρ ἀγορῆθεν ἀνέστη
12.440 κρίνων νείκεα πολλὰ δικαζομένων αἰζηῶν ,
12.441 τῆμος δὴ τά γε δοῦρα Χαρύβδιος ἐξεφαάνθη .
12.442 ἧκα δ’ ἐγὼ καθύπερθε πόδας καὶ χεῖρε φέρεσθαι ,
12.443 μέσσῳ δ’ ἐνδούπησα παρὲξ περιμήκεα δοῦρα ,