5.488 ὡς δ’ ὅτε τις δαλὸν σποδιῇ ἐνέκρυψε μελαίνῃ
5.489 ἀγροῦ ἐπ’ ἐσχατιῆς , μὴ πάρα γείτονες ἄλλοι ,
5.490 σπέρμα πυρὸς σώζων , ἵνα μή ποθεν ἄλλοθεν αὔοι ,
5.491 ὣς Ὀδυσεὺς φύλλοισι καλύψατο · τῷ δ’ ἄρ’ Ἀθήνη
5.492 ὕπνον ἐπ’ ὄμμασι χεῦ’ , ἵνα μιν παύσειε τάχιστα
5.493 δυσπονέος καμάτοιο φίλα βλέφαρ’ ἀμφικαλύψας .