3.90 εἴθ’ γ’ ἐπ’ ἠπείρου δάμη ἀνδράσι δυσμενέεσσιν ,
3.91 εἴτε καὶ ἐν πελάγει μετὰ κύμασιν Ἀμφιτρίτης .
3.92 τοὔνεκα νῦν τὰ σὰ γούναθ’ ἱκάνομαι , αἴ κ’ ἐθέλῃσθα
3.93 κείνου λυγρὸν ὄλεθρον ἐνισπεῖν , εἴ που ὄπωπας
3.94 ὀφθαλμοῖσι τεοῖσιν ἄλλου μῦθον ἄκουσας
3.95 πλαζομένου · πέρι γάρ μιν ὀιζυρὸν τέκε μήτηρ .
3.96 μηδέ τί μ’ αἰδόμενος μειλίσσεο μηδ’ ἐλεαίρων ,
3.97 ἀλλ’ εὖ μοι κατάλεξον ὃπως ἤντησας ὀπωπῆς .
3.98 λίσσομαι , εἴ ποτέ τοί τι πατὴρ ἐμός , ἐσθλὸς Ὀδυσσεύς ,
3.99 ἔπος ἠέ τι ἔργον ὑποστὰς ἐξετέλεσσε
3.100 δήμῳ ἔνι Τρώων , ὅθι πάσχετε πήματ’ Ἀχαιοί ,
3.101 τῶν νῦν μοι μνῆσαι , καί μοι νημερτὲς ἐνίσπες .
3.102 τὸν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα Γερήνιος ἱππότα Νέστωρ ·
3.103 φίλ’ , ἐπεί μ’ ἔμνησας ὀιζύος , ἥν ἐν ἐκείνῳ
3.104 δήμῳ ἀνέτλημεν μένος ἄσχετοι υἷες Ἀχαιῶν ,
3.105 ἠμέν ὅσα ξὺν νηυσίν ἐπ’ ἠεροειδέα πόντον
3.106 πλαζόμενοι κατὰ ληίδ’ , ὅπῃ ἄρξειεν Ἀχιλλεύς ,
3.107 ἠδ’ ὅσα καὶ περί ἄστυ μέγα Πριάμοιο ἄνακτος
3.108 μαρνάμεθ’ · ἔνθα δ’ ἔπειτα κατέκταθεν ὅσσοι ἄριστοι .
3.109 ἔνθα μὲν Αἴας κεῖται ἀρήιος , ἔνθα δ’ Ἀχιλλεύς ,
3.110 ἔνθα δὲ Πάτροκλος , θεόφιν μήστωρ ἀτάλαντος ,
3.111 ἔνθα δ’ ἐμὸς φίλος υἱός , ἅμα κρατερὸς καὶ ἀμύμων ,
3.112 Ἀντίλοχος , πέρι μὲν θείειν ταχὺς ἠδὲ μαχητής ·
3.113 ἄλλα τε πόλλ’ ἐπὶ τοῖς πάθομεν κακά · τίς κεν ἐκεῖνα
3.114 πάντα γε μυθήσαιτο καταθνητῶν ἀνθρώπων ;
3.115 οὐδ’ εἰ πεντάετές γε καὶ ἑξάετες παραμίμνων
3.116 ἐξερέοις ὅσα κεῖθι πάθον κακὰ δῖοι Ἀχαιοί ·
3.117 πρίν κεν ἀνιηθεὶς σὴν πατρίδα γαῖαν ἵκοιο .
3.118 εἰνάετες γάρ σφιν κακὰ ῥάπτομεν ἀμφιέποντες