24.273 καί οἱ δῶρα πόρον ξεινήϊα , οἷα ἐῴκει .
24.274 χρυσοῦ μέν οἱ δῶκ’ εὐεργέος ἑπτὰ τάλαντα ,
24.275 δῶκα δέ οἱ κρητῆρα πανάργυρον ἀνθεμόεντα ,
24.276 δώδεκα δ’ ἁπλοΐδας χλαίνας , τόσσους δὲ τάπητας ,
24.277 τόσσα δὲ φάρεα καλά , τόσους δ’ ἐπὶ τοῖσι χιτῶνας ,
24.278 χωρὶς δ’ αὖτε γυναῖκας , ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας ,
24.279 τέσσαρας εἰδαλίμας , ἃς ἤθελεν αὐτὸς ἑλέσθαι .
24.280 τὸν δ’ ἠμείβετ’ ἔπειτα πατὴρ κατὰ δάκρυον εἴβων ·
24.281 ξεῖν’ , τοι μὲν γαῖαν ἱκάνεις , ἣν ἐρεείνεις ,
24.282 ὑβρισταὶ δ’ αὐτὴν καὶ ἀτάσθαλοι ἄνδρες ἔχουσιν ·
24.283 δῶρα δ’ ἐτώσια ταῦτα χαρίζεο , μυρί’ ὀπάζων ·
24.284 εἰ γάρ μιν ζωόν γ’ ἐκίχεις Ἰθάκης ἐνὶ δήμῳ ,
24.285 τῷ κέν σ’ εὖ δώροισιν ἀμειψάμενος ἀπέπεμψε
24.286 καὶ ξενίῃ ἀγαθῇ γὰρ θέμις , ὅς τις ὑπάρξῃ .
24.287 ἀλλ’ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον ,
24.288 πόστον δὴ ἔτος ἐστίν , ὅτε ξείνισσας ἐκεῖνον
24.289 σὸν ξεῖνον δύστηνον , ἐμὸν παῖδ’ , εἴ ποτ’ ἔην γε ,
24.290 δύσμορον ; ὅν που τῆλε φίλων καὶ πατρίδος αἴης
24.291 ἠέ που ἐν πόντῳ φάγον ἰχθύες , ἐπὶ χέρσου
24.292 θηρσὶ καὶ οἰωνοῖσιν ἕλωρ γένετ’ · οὐδέ μήτηρ
24.293 κλαῦσε περιστείλασα πατήρ θ’ , οἵ μιν τεκόμεσθα ·
24.294 οὐδ’ ἄλοχος πολύδωρος , ἐχέφρων Πηνελόπεια ,
24.295 κώκυσ’ ἐν λεχέεσσιν ἑὸν πόσιν , ὡς ἐπεῴκει ,
24.296 ὀφθαλμοὺς καθελοῦσα · τὸ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων .
24.297 καί μοι τοῦτ’ ἀγόρευσον ἐτήτυμον , ὄφρ’ ἐῢ εἰδῶ ·
24.298 τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν ; πόθι τοι πόλις ἠδὲ τοκῆες ;
24.299 ποῦ δὲ νηῦς ἕστηκε θοή , σ’ ἤγαγε δεῦρο