24.154 ἵκοντο προτὶ ἄστυ περικλυτόν , τοι Ὀδυσσεὺς
24.155 ὕστερος , αὐτὰρ Τηλέμαχος πρόσθ’ ἡγεμόνευε .
24.156 τὸν δὲ συβώτης ἦγε κακὰ χροῒ εἵματ’ ἔχοντα ,
24.157 πτωχῷ λευγαλέῳ ἐναλίγκιον ἠδὲ γέροντι
24.158 σκηπτόμενον · τὰ δὲ λυγρὰ περὶ χροῒ εἵματα ἕστο ·
24.159 οὐδέ τις ἡμείων δύνατο γνῶναι τὸν ἐόντα
24.160 ἐξαπίνης προφανέντ’ , οὐδ’ οἳ προγενέστεροι ἦσαν ,
24.161 ἀλλ’ ἔπεσίν τε κακοῖσιν ἐνίσσομεν ἠδὲ βολῇσιν .
24.162 αὐτὰρ τῆος ἐτόλμα ἐνὶ μεγάροισιν ἑοῖσι
24.163 βαλλόμενος καὶ ἐνισσόμενος τετληότι θυμῷ ·
24.164 ἀλλ’ ὅτε δή μιν ἔγειρε Διὸς νοός αἰγιόχοιο ,
24.165 σὺν μὲν Τηλεμάχῳ περικαλλέα τεύχε’ ἀείρας
24.166 ἐς θάλαμον κατέθηκε καὶ ἐκλήϊσεν ὀχῆας ,
24.167 αὐτὰρ ἣν ἄλοχον πολυκερδείῃσιν ἄνωγε
24.168 τόξον μνηστήρεσσι θέμεν πολιόν τε σίδηρον ,
24.169 ἡμῖν αἰνομόροισιν ἀέθλια καὶ φόνου ἀρχήν .
24.170 οὐδέ τις ἡμείων δύνατο κρατεροῖο βιοῖο
24.171 νευρὴν ἐντανύσαι , πολλὸν δ’ ἐπιδευέες ἦμεν .
24.172 ἀλλ’ ὅτε χεῖρας ἵκανεν Ὀδυσσῆος μέγα τόξον ,
24.173 ἔνθ’ ἡμεῖς μὲν πάντες ὁμοκλέομεν ἐπέεσσι
24.174 τόξον μὴ δόμεναι , μηδ’ εἰ μάλα πολλ’ ἀγορεύοι ·
24.175 Τηλέμαχος δέ μιν οἶος ἐποτρύνων ἐκέλευσεν .
24.176 αὐτὰρ δέξατο χειρὶ πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς ,
24.177 ῥηϊδίως δ’ ἐτάνυσσε βιόν , διὰ δ’ ἧκε σιδήρου ,
24.178 στῆ δ’ ἄρ’ ἐπ’ οὐδὸν ἰών , ταχέας δ’ ἐκχεύατ’ ὀϊστοὺς
24.179 δεινὸν παπταίνων , βάλε δ’ Ἀντίνοον βασιλῆα .
24.180 αὐτὰρ ἔπειτ’ ἄλλοις ἐφίει βέλεα στονόεντα ,
24.181 ἄντα τιτυσκόμενος · τοὶ δ’ ἀγχιστῖνοι ἔπιπτον .
24.182 γνωτὸν δ’ ἦν ῥά τίς σφι θεῶν ἐπιτάρροθος ἦεν ·
24.183 αὐτίκα γὰρ κατὰ δώματ’ ἐπισπόμενοι μένεϊ σφῷ
24.184 κτεῖνον ἐπιστροφάδην , τῶν δὲ στόνος ὤρνυτ’ ἀεικὴς
24.185 κράτων τυπτομένων , δάπεδον δ’ ἅπαν αἵματι θῦεν .