21.121 πᾶσι μίαν μακρήν , καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν ,
21.122 ἀμφὶ δὲ γαῖαν ἔναξε · τάφος δ’ ἕλε πάντας ἰδόντας ,
21.123 ὡς εὐκόσμως στῆσε · πάρος δ’ οὐ πώ ποτ’ ὀπώπει .
21.124 στῆ δ’ ἄρ’ ἐπ’ οὐδὸν ἰὼν καὶ τόξου πειρήτιζε .
21.125 τρὶς μέν μιν πελέμιξεν ἐρύσσεσθαι μενεαίνων ,
21.126 τρὶς δὲ μεθῆκε βίης , ἐπιελπόμενος τό γε θυμῷ ,
21.127 νευρὴν ἐντανύειν διοϊστεύσειν τε σιδήρου .
21.128 καί νύ κε δή ῥ’ ἐτάνυσσε βίῃ τὸ τέταρτον ἀνέλκων ,
21.129 ἀλλ’ Ὀδυσεὺς ἀνένευε καὶ ἔσχεθεν ἱέμενόν περ .
21.130 τοῖς δ’ αὖτις μετέειφ’ ἱερὴ ἲς Τηλεμάχοιο ·
21.131 πόποι , καὶ ἔπειτα κακός τ’ ἔσομαι καὶ ἄκικυς ,
21.132 ἠὲ νεώτερός εἰμι καὶ οὔ πω χερσὶ πέποιθα
21.133 ἄνδρ’ ἀπαμύνασθαι , ὅτε τις πρότερος χαλεπήνῃ .
21.134 ἀλλ’ ἄγεθ’ , οἵ περ ἐμεῖο βίῃ προφερέστεροί ἐστε ,
21.135 τόξου πειρήσασθε , καὶ ἐκτελέωμεν ἄεθλον .
21.136 ὣς εἰπὼν τόξον μὲν ἀπὸ ἕο θῆκε χαμᾶζε ,
21.137 κλίνας κολλητῇσιν ἐϋξέστῃς σανίδεσσιν ,
21.138 αὐτοῦ δ’ ὠκὺ βέλος καλῇ προσέκλινε κορώνῃ ,
21.139 ἂψ δ’ αὖτις κατ’ ἄρ’ ἕζετ’ ἐπὶ θρόνου ἔνθεν ἀνέστη .
21.140 τοῖσιν δ’ Ἀντίνοος μετέφη , Εὐπείθεος υἱός ·
21.141 ὄρνυσθ’ ἑξείης ἐπιδέξια πάντες ἑταῖροι ,
21.142 ἀρξάμενοι τοῦ χώρου ὅθεν τέ περ οἰνοχοεύει .
21.143 ὣς ἔφατ’ Ἀντίνοος , τοῖσιν δ’ ἐπιήνδανε μῦθος .
21.144 Λειώδης δὲ πρῶτος ἀνίστατο , Οἴνοπος υἱός ,
21.145 σφι θυοσκόος ἔσκε , παρὰ κρητῆρα δὲ καλὸν
21.146 ἷζε μυχοίτατος αἰέν · ἀτασθαλίαι δέ οἱ οἴῳ
21.147 ἐχθραὶ ἔσαν , πᾶσιν δὲ νεμέσσα μνηστήρεσσιν ·
21.148 ὅς ῥα τότε πρῶτος τόξον λάβε καὶ βέλος ὠκύ .