20.116 μνηστῆρες πύματόν τε καὶ ὕστατον ἤματι τῷδε
20.117 ἐν μεγάροις Ὀδυσῆος ἑλοίατο δαῖτ’ ἐρατεινήν ,
20.118 οἳ δή μοι καμάτῳ θυμαλγέι · γούνατ’ ἔλυσαν
20.119 ἄλφιτα τευχούσῃ · νῦν ὕστατα δειπνήσειαν .
20.120 ὣς ἄρ’ ἔφη , χαῖρεν δὲ κλεηδόνι δῖος Ὀδυσσεὺς
20.121 Ζηνός τε βροντῇ · φάτο γὰρ τίσασθαι ἀλείτας .
20.122 αἱ δ’ ἄλλαι δμῳαὶ κατὰ δώματα κάλ’ Ὀδυσῆος
20.123 ἀγρόμεναι ἀνέκαιον ἐπ’ ἐσχάρῃ ἀκάματον πῦρ .
20.124 Τηλέμαχος δ’ εὐνῆθεν ἀνίστατο , ἰσόθεος φώς ,
20.125 εἵματα ἑσσάμενος · περὶ δὲ ξίφος ὀξὺ θέτ’ ὤμῳ ·
20.126 ποσσὶ δ’ ὑπὸ λιπαροῖσιν ἐδήσατο καλὰ πέδιλα ,
20.127 εἵλετο δ’ ἄλκιμον ἔγχος , ἀκαχμένον ὀξέι · χαλκῷ ·
20.128 στῆ δ’ ἄρ’ ἐπ’ οὐδὸν ἰών , πρὸς δ’ Εὐρύκλειαν ἔειπε ·
20.129 μαῖα φίλη , τὸν ξεῖνον ἐτιμήσασθ’ ἐνὶ οἴκῳ
20.130 εὐνῇ καὶ σίτῳ , αὔτως κεῖται ἀκηδής ;
20.131 τοιαύτη γὰρ ἐμὴ μήτηρ , πινυτή περ ἐοῦσα ·
20.132 ἐμπλήγδην ἕτερόν γε τίει μερόπων ἀνθρώπων
20.133 χείρονα , τὸν δέ τ’ ἀρείον’ ἀτιμήσασ’ ἀποπέμπει .
20.134 τὸν δ’ αὖτε προσέειπε περίφρων Εὐρύκλεια ·
20.135 οὐκ ἄν μιν νῦν , τέκνον , ἀναίτιον αἰτιόῳο .
20.136 οἶνον μὲν γὰρ πῖνε καθήμενος , ὄφρ’ ἔθελ’ αὐτός ,
20.137 σίτου δ’ οὐκέτ’ ἔφη πεινήμεναι · εἴρετο γάρ μιν .
20.138 ἀλλ’ ὅτε δὴ κοίτοιο καὶ ὕπνου μιμνήσκοιτο ,
20.139 μὲν δέμνι’ ἄνωγεν ὑποστορέσαι δμῳῇσιν ,
20.140 αὐτὰρ γ’ , ὥς τις πάμπαν ὀϊζυρὸς καὶ ἄποτμος ,
20.141 οὐκ ἔθελ’ ἐν λέκτροισι καὶ ἐν ῥήγεσσι καθεύδειν ,
20.142 ἀλλ’ ἐν ἀδεψήτῳ βοέῃ καὶ κώεσιν οἰῶν
20.143 ἔδραθ’ ἐνὶ προδόμῳ · χλαῖναν δ’ ἐπιέσσαμεν ἡμεῖς .
20.144 ὣς φάτο , Τηλέμαχος δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει