18.345 ὥρμαινε φρεσὶν ᾗσιν , ῥ’ οὐκ ἀτέλεστα γένοντο .
18.346 μνηστῆρας δ’ οὐ πάμπαν ἀγήνορας εἴα Ἀθήνη
18.347 λώβης ἴσχεσθαι θυμαλγέος , ὄφρ’ ἔτι μᾶλλον
18.348 δύη ἄχος κραδίην Λαερτιάδεω Ὀδυσῆος .
18.349 τοῖσιν δ’ Εὐρύμαχος , Πολύβου πάϊς , ἦρχ’ ἀγορεύειν ,
18.350 κερτομέων Ὀδυσῆα · γέλω δ’ ἑτάροισιν ἔτευχε .
18.351 κέκλυτέ μευ , μνηστῆρες ἀγακλειτῆς βασιλείης ,
18.352 ὄφρ’ εἴπω τά με θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι κελεύει .
18.353 οὐκ ἀθεεὶ ὅδ’ ἀνὴρ Ὀδυσήϊον ἐς δόμον ἵκει ·
18.354 ἔμπης μοι δοκέει δαίδων σέλας ἔμμεναι αὐτοῦ
18.355 κὰκ κεφαλῆς , ἐπεὶ οὔ οἱ ἔνι τρίχες οὐδ’ ἠβαιαί .
18.356 ῥ’ , ἅμα τε προσέειπεν Ὀδυσσῆα πτολίπορθον ·
18.357 ξεῖν’ , ἄρ κ’ ἐθέλοις θητευέμεν , εἴ σ’ ἀνελοίμην ,
18.358 ἀγροῦ ἐπ’ ἐσχατιῆς μισθὸς δέ τοι ἄρκιος ἔσται
18.359 αἱμασιάς τε λέγων καὶ δένδρεα μακρὰ φυτεύων ;
18.360 ἔνθα κ’ ἐγὼ σῖτον μὲν ἐπηετανὸν παρέχοιμι ,
18.361 εἵματα δ’ ἀμφιέσαιμι ποσίν θ’ ὑποδήματα δοίην .
18.362 ἀλλ’ ἐπεὶ οὖν δὴ ἔργα κάκ’ ἔμμαθες , οὐκ ἐθελήσεις
18.363 ἔργον ἐποίχεσθαι , ἀλλὰ πτώσσειν κατὰ δῆμον
18.364 βούλεαι , ὄφρ’ ἄν ἔχῃς βόσκειν σὴν γαστέρ’ ἄναλτον .
18.365 τὸν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
18.366 Εὐρύμαχ’ , εἰ γὰρ νῶϊν ἔρις ἔργοιο γένοιτο
18.367 ὥρῃ ἐν εἰαρινῇ , ὅτε τ’ ἤματα μακρὰ πέλονται ,
18.368 ἐν ποίῃ , δρέπανον μὲν ἐγὼν εὐκαμπὲς ἔχοιμι ,
18.369 καὶ δὲ σὺ τοῖον ἔχοις , ἵνα πειρησαίμεθα ἔργου
18.370 νήστιες ἄχρι μάλα κνέφαος , ποίη δὲ παρείη .
18.371 εἰ δ’ αὖ καὶ βόες εἶεν ἐλαυνέμεν , οἵ περ ἄριστοι ,
18.372 αἴθωνες , μεγάλοι , ἄμφω κεκορηότε ποίης ,