18.169 τὴν δ’ αὖτ’ Εὐρυνόμη ταμίη πρὸς μῦθον ἔειπεν ·
18.170 ναὶ δὴ ταῦτά γε πάντα , τέκος , κατὰ μοῖραν ἔειπες .
18.171 ἀλλ’ ἴθι καὶ σῷ παιδὶ ἔπος φάο μηδ’ ἐπίκευθε ,
18.172 χρῶτ’ ἀπονιψαμένη καὶ ἐπιχρίσασα παρειάς ·
18.173 μηδ’ οὕτω δακρύοισι πεφυρμένη ἀμφὶ πρόσωπα
18.174 ἔρχευ , ἐπεὶ κάκιον πενθήμεναι ἄκριτον αἰεί .
18.175 ἤδη μὲν γάρ τοι παῖς τηλίκος , ὃν σὺ μάλιστα
18.176 ἠρῶ ἀθανάτοισι γενειήσαντα ἰδέσθαι .
18.177 τὴν δ’ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια ·
18.178 Εὐρυνόμη , μὴ ταῦτα παραύδα , κηδομένη περ ,
18.179 χρῶτ’ ἀπονίπτεσθαι καὶ ἐπιχρίεσθαι ἀλοιφῇ ·
18.180 ἀγλαΐην γὰρ ἐμοί γε θεοί , τοὶ Ὄλυμπον ἔχουσιν ,
18.181 ὤλεσαν , ἐξ οὗ κεῖνος ἔβη κοίλῃς ἐνὶ νηυσίν .
18.182 ἀλλά μοι Αὐτονόην τε καὶ Ἱπποδάμειαν ἄνωχθι
18.183 ἐλθέμεν , ὄφρα κέ μοι παρστήετον ἐν μεγάροισιν ·
18.184 οἴη δ’ οὐκ εἴσειμι μετ’ ἀνέρας · αἰδέομαι γάρ .
18.185 ὣς ἄρ’ ἔφη , γρηῢς δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει
18.186 ἀγγελέουσα γυναιξὶ καὶ ὀτρυνέουσα νέεσθαι .
18.187 ἔνθ’ αὖτ’ ἄλλ’ ἐνόησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη ·
18.188 κούρῃ Ἰκαρίοιο κατὰ γλυκὺν ὕπνον ἔχευεν ,
18.189 εὗδε δ’ ἀνακλινθεῖσα , λύθεν δέ οἱ ἅψεα πάντα
18.190 αὐτοῦ ἐνὶ κλιντῆρι · τέως δ’ ἄρα δῖα θεάων
18.191 ἄμβροτα δῶρα δίδου , ἵνα μιν θησαίατ’ Ἀχαιοί .
18.192 κάλλεϊ μέν οἱ πρῶτα προσώπατα καλὰ κάθηρεν
18.193 ἀμβροσίῳ , οἵῳ περ ἐϋστέφανος Κυθέρεια
18.194 χρίεται , εὖτ’ ἂν ἴῃ Χαρίτων χορὸν ἱμερόεντα ·
18.195 καί μιν μακροτέρην καὶ πάσσονα θῆκεν ἰδέσθαι ,
18.196 λευκοτέρην δ’ ἄρα μιν θῆκε πριστοῦ ἐλέφαντος .
18.197 μὲν ἄρ’ ὣς ἔρξασ’ ἀπεβήσετο δῖα θεάων ,
18.198 ἦλθον δ’ ἀμφίπολοι λευκώλενοι ἐκ μεγάροιο