18.85 εἰς Ἔχετον βασιλῆα , βροτῶν δηλήμονα πάντων ,
18.86 ὅς κ’ ἀπὸ ῥῖνα τάμῃσι καὶ οὔατα νηλέϊ χαλκῷ ,
18.87 μήδεά τ’ ἐξερύσας δώῃ κυσὶν ὠμὰ δάσασθαι .
18.88 ὣς φάτο , τῷ δ’ ἔτι μᾶλλον ὑπὸ τρόμος ἔλλαβε γυῖα .
18.89 ἐς μέσσον δ’ ἄναγον · τὼ δ’ ἄμφω χεῖρας ἀνέσχον .
18.90 δὴ τότε μερμήριξε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεὺς
18.91 ἐλάσει’ ὥς μιν ψυχὴ λίποι αὖθι πεσόντα ,
18.92 ἦέ μιν ἦκ’ ἐλάσειε τανύσσειέν τ’ ἐπὶ γαίῃ .
18.93 ὧδε δέ οἱ φρονέοντι δοάσσατο κέρδιον εἶναι ,
18.94 ἦκ’ ἐλάσαι , ἵνα μή μιν ἐπιφρασσαίατ’ Ἀχαιοί .
18.95 δὴ τότ’ ἀνασχομένω μὲν ἤλασε δεξιὸν ὦμον
18.96 Ἶρος , δ’ αὐχέν’ ἔλασσεν ὑπ’ οὔατος , ὀστέα δ’ εἴσω
18.97 ἔθλασεν · αὐτίκα δ’ ἦλθε κατὰ στόμα φοίνιον αἷμα ,
18.98 κὰδ δ’ ἔπεσ’ ἐν κονίῃσι μακών , σὺν δ’ ἤλασ’ ὀδόντας
18.99 λακτίζων ποσὶ γαῖαν · ἀτὰρ μνηστῆρες ἀγαυοὶ
18.100 χεῖρας ἀνασχόμενοι γέλῳ ἔκθανον . αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς
18.101 ἕλκε διὲκ προθύροιο λαβὼν ποδός , ὄφρ’ ἵκετ’ αὐλήν ,
18.102 αἰθούσης τε θύρας · καί μιν ποτὶ ἑρκίον αὐλῆς
18.103 εἷσεν ἀνακλίνας · σκῆπτρον δέ οἱ ἔμβαλε χειρί ,
18.104 καί μιν φωνήσας ἔπεα πτερόεντα προσηύδα ·
18.105 ἐνταυθοῖ νῦν ἧσο σύας τε κύνας τ’ ἀπερύκων ,
18.106 μηδὲ σύ γε ξείνων καὶ πτωχῶν κοίρανος εἶναι
18.107 λυγρὸς ἐών , μή πού τι κακὸν καὶ μεῖζον ἐπαύρῃ .
18.108 ῥα καὶ ἀμφ’ ὤμοισιν ἀεικέα βάλλετο πήρην ,
18.109 πυκνὰ ῥωγαλέην · ἐν δὲ στρόφος ἦεν ἀορτήρ .
18.110 ἂψ δ’ γ’ ἐπ’ οὐδὸν ἰὼν κατ’ ἄρ’ ἕζετο · τοὶ δ’ ἴσαν εἴσω
18.111 ἡδὺ γελώοντες καὶ δεικανόωντ’ ἐπέεσσι ·