17.464 ἔμπεδον , οὐδ’ ἄρα μιν σφῆλεν βέλος Ἀντινόοιο ,
17.465 ἀλλ’ ἀκέων κίνησε κάρη , κακὰ βυσσοδομεύων .
17.466 ἂψ δ’ γ’ ἐπ’ οὐδὸν ἰὼν κατ’ ἄρ’ ἕζετο , κὰδ δ’ ἄρα πήρην
17.467 θῆκεν ἐϋπλείην , μετὰ δὲ μνηστῆρσιν ἔειπε ·
17.468 κέκλυτέ μευ , μνηστῆρες ἀγακλειτῆς βασιλείης ,
17.469 ὄφρ’ εἴπω τά με θυμὸς ἐνὶ στήθεσσι κελεύει .
17.470 οὐ μὰν οὔτ’ ἄχος ἐστὶ μετὰ φρεσὶν οὔτε τι πένθος ,
17.471 ὁππότ’ ἀνὴρ περὶ οἷσι μαχειόμενος κτεάτεσσι
17.472 βλήεται , περὶ βουσὶν ἀργεννῇς ὀΐεσσιν ·
17.473 αὐτὰρ ἔμ’ Ἀντίνοος βάλε γαστέρος εἵνεκα λυγρῆς ,
17.474 οὐλομένης , πολλὰ κάκ’ ἀνθρώποισι δίδωσιν .
17.475 ἀλλ’ εἴ που πτωχῶν γε θεοὶ καὶ Ἐρινύες εἰσίν ,
17.476 Ἀντίνοον πρὸ γάμοιο τέλος θανάτοιο κιχείη .
17.477 τὸν δ’ αὖτ’ Ἀντίνοος προσέφη , Εὐπείθεος υἱός ·
17.478 ἔσθι’ ἕκηλος , ξεῖνε , καθήμενος , ἄπιθ’ ἄλλῃ ,
17.479 μή σε νέοι διὰ δώματ’ ἐρύσσωσ’ , οἷ’ ἀγορεύεις ,
17.480 ποδὸς καὶ χειρός , ἀποδρύψωσι δὲ πάντα .
17.481 ὣς ἔφαθ’ , οἱ δ’ ἄρα πάντες ὑπερφιάλως νεμέσησαν ·
17.482 ὧδε δέ τις εἴπεσκε νέων ὑπερηνορεόντων ·
17.483 Ἀντίνο’ , οὐ μὲν κάλ’ ἔβαλες δύστηνον ἀλήτην ,
17.484 οὐλόμεν’ , εἰ δή πού τις ἐπουράνιος θεός ἐστιν .
17.485 καί τε θεοὶ ξείνοισιν ἐοικότες ἀλλοδαποῖσι ,
17.486 παντοῖοι τελέθοντες , ἐπιστρωφῶσι πόληας ,
17.487 ἀνθρώπων ὕβριν τε καὶ εὐνομίην ἐφορῶντες .
17.488 ὣς ἄρ’ ἔφαν μνηστῆρες , δ’ οὐκ ἐμπάζετο μύθων .
17.489 Τηλέμαχος δ’ ἐν μὲν κραδίῃ μέγα πένθος ἄεξε
17.490 βλημένου , οὐδ’ ἄρα δάκρυ χαμαὶ βάλεν ἐκ βλεφάροιϊν ,
17.491 ἀλλ’ ἀκέων κίνησε κάρη , κακὰ βυσσοδομεύων .