17.350 Τηλέμαχός τοι , ξεῖνε , διδοῖ τάδε , καί σε κελεύει
17.351 αἰτίζειν μάλα πάντας ἐποιχόμενον μνηστῆρας ·
17.352 αἰδῶ δ’ οὐκ ἀγαθήν φησ’ ἔμμεναι ἀνδρὶ προΐκτῃ .
17.353 τὸν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
17.354 Ζεῦ ἄνα , Τηλέμαχόν μοι ἐν ἀνδράσιν ὄλβιον εἶναι ,
17.355 καί οἱ πάντα γένοιθ’ ὅσσα φρεσὶν ᾗσι μενοινᾷ .
17.356 ῥα καὶ ἀμφοτέρῃσιν ἐδέξατο καὶ κατέθηκεν
17.357 αὖθι ποδῶν προπάροιθεν , ἀεικελίης ἐπὶ πήρης ,
17.358 ἤσθιε δ’ ἧος ἀοιδὸς ἐνὶ μεγάροισιν ἄειδεν ·
17.359 εὖθ’ δεδειπνήκειν , δ’ ἐπαύετο θεῖος ἀοιδός .
17.360 μνηστῆρες δ’ ὁμάδησαν ἀνὰ μέγαρ’ . αὐτὰρ Ἀθήνη ,
17.361 ἄγχι παρισταμένη Λαερτιάδην Ὀδυσῆα
17.362 ὤτρυν’ , ὡς ἂν πύρνα κατὰ μνηστῆρας ἀγείροι ,
17.363 γνοίη θ’ οἵ τινές εἰσιν ἐναίσιμοι οἵ τ’ ἀθέμιστοι ·
17.364 ἀλλ’ οὐδ’ ὥς τιν’ ἔμελλ’ ἀπαλεξήσειν κακότητος .
17.365 βῆ δ’ ἴμεν αἰτήσων ἐνδέξια φῶτα ἕκαστον ,
17.366 πάντοσε χεῖρ’ ὀρέγων , ὡς εἰ πτωχὸς πάλαι εἴη .
17.367 οἱ δ’ ἐλεαίροντες δίδοσαν , καὶ ἐθάμβεον αὐτόν ,
17.368 ἀλλήλους τ’ εἴροντο τίς εἴη καὶ πόθεν ἔλθοι .
17.369 τοῖσι δὲ καὶ μετέειπε Μελάνθιος , αἰπόλος αἰγῶν ·
17.370 κέκλυτέ μευ , μνηστῆρες ἀγακλειτῆς βασιλείης ,
17.371 τοῦδε περὶ ξείνου · γάρ μιν πρόσθεν ὄπωπα .
17.372 τοι μέν οἱ δεῦρο συβώτης ἡγεμόνευεν ,
17.373 αὐτὸν δ’ οὐ σάφα οἶδα , πόθεν γένος εὔχεται εἶναι .
17.374 ὣς ἔφατ’ , Ἀντίνοος δ’ ἔπεσιν νείκεσσε συβώτην ·
17.375 ἀρίγνωτε συβῶτα , τίη δὲ σὺ τόνδε πόλινδε
17.376 ἤγαγες ; οὐχ ἅλις ἧμιν ἀλήμονές εἰσι καὶ ἄλλοι ,
17.377 πτωχοὶ ἀνιηροί , δαιτῶν ἀπολυμαντῆρες ;
17.378 ὄνοσαι ὅτι τοι βίοτον κατέδουσιν ἄνακτος