17.177 ὣς ἔφαθ’ , οἱ δ’ ἀνστάντες ἔβαν πείθοντό τε μύθῳ .
17.178 αὐτὰρ ἐπεί ῥ’ ἵκοντο δόμους εὖ ναιετάοντας ,
17.179 χλαίνας μὲν κατέθεντο κατὰ κλισμούς τε θρόνους τε ,
17.180 οἱ δ’ ἱέρευον ὄϊς μεγάλους καὶ πίονας αἶγας ,
17.181 ἵρευον δὲ σύας σιάλους καὶ βοῦν ἀγελαίην ,
17.182 δαῖτ’ ἐντυνόμενοι . τοὶ δ’ ἐξ ἀγροῖο πόλινδε
17.183 ὠτρύνοντ’ Ὀδυσεύς τ’ ἰέναι καὶ δῖος ὑφορβός .
17.184 τοῖσι δὲ μύθων ἦρχε συβώτης , ὄρχαμος ἀνδρῶν ·
17.185 ξεῖν’ , ἐπεὶ ἂρ δὴ ἔπειτα πόλινδ’ ἰέναι μενεαίνεις
17.186 σήμερον , ὡς ἐπέτελλεν ἄναξ ἐμός σ’ ἂν ἐγώ γε
17.187 αὐτοῦ βουλοίμην σταθμῶν ῥυτῆρα λιπέσθαι ·
17.188 ἀλλὰ τὸν αἰδέομαι καὶ δείδια , μή μοι ὀπίσσω
17.189 νεικείῃ · χαλεπαὶ δέ τ’ ἀνάκτων εἰσὶν ὁμοκλαί
17.190 ἀλλ’ ἄγε νῦν ἴομεν · δὴ γὰρ μέμβλωκε μάλιστα
17.191 ἦμαρ , ἀτὰρ τάχα τοι ποτὶ ἕσπερα ῥίγιον ἔσται .
17.192 τὸν δ’ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
17.193 γιγνώσκω , φρονέω · τά γε δὴ νοέοντι κελεύεις .
17.194 ἀλλ’ ἴομεν , σὺ δ’ ἔπειτα διαμπερὲς ἡγεμόνευε .
17.195 δὸς δέ μοι , εἴ ποθί τοι ῥόπαλον τετμημένον ἐστίν ,
17.196 σκηρίπτεσθ’ , ἐπεὶ φατ’ ἀρισφαλέ’ ἔμμεναι οὐδόν .
17.197 ῥα καὶ ἀμφ’ ὤμοισιν ἀεικέα βάλλετο πήρην ,
17.198 πυκνὰ ῥωγαλέην · ἐν δὲ στρόφος ἦεν ἀορτήρ ·
17.199 Εὔμαιος δ’ ἄρα οἱ σκῆπτρον θυμαρὲς ἔδωκε .
17.200 τὼ βήτην , σταθμὸν δὲ κύνες καὶ βώτορες ἄνδρες
17.201 ῥύατ’ ὄπισθε μένοντες · δ’ ἐς πόλιν ἦγεν ἄνακτα
17.202 πτωχῷ λευγαλέῳ ἐναλίγκιον ἠδὲ γέροντι ,
17.203 σκηπτόμενον · τὰ δὲ λυγρὰ περὶ χροῒ εἵματα ἕστο .
17.204 ἀλλ’ ὅτε δὴ στείχοντες ὁδὸν κάτα παιπαλόεσσαν