15.209 σπουδῇ νῦν ἀνάβαινε κέλευέ τε πάντας ἑταίρους ,
15.210 πρὶν ἐμὲ οἴκαδ’ ἱκέσθαι ἀπαγγεῖλαί τε γέροντι .
15.211 εὖ γὰρ ἐγὼ τόδε οἶδα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμόν ·
15.212 οἷος κείνου θυμὸς ὑπέρβιος , οὔ σε μεθήσει ,
15.213 ἀλλ’ αὐτὸς καλέων δεῦρ’ εἴσεται , οὐδέ φημι
15.214 ἂψ ἰέναι κενεόν · μάλα γὰρ κεχολώσεται ἔμπης .
15.215 ὣς ἄρα φωνήσας ἔλασεν καλλίτριχας ἵππους
15.216 ἂψ Πυλίων εἰς ἄστυ , θοῶς δ’ ἄρα δώμαθ’ ἵκανε .
15.217 Τηλέμαχος δ’ ἑτάροισιν ἐποτρύνων ἐκέλευσεν ·
15.218 ἐγκοσμεῖτε τὰ τεύχε’ , ἑταῖροι , νηῒ μελαίνῃ ,
15.219 αὐτοί τ’ ἀμβαίνωμεν , ἵνα πρήσσωμεν ὁδοῖο .
15.220 ὣς ἔφαθ’ , οἱ δ’ ἄρα τοῦ μάλα μὲν κλύον ἠδ’ ἐπίθοντο ,
15.221 αἶψα δ’ ἄρ’ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῗσι καθῖζον .
15.222 τοι μὲν τὰ πονεῖτο καὶ εὔχετο , θῦε δ’ Ἀθήνῃ
15.223 νηῒ πάρα πρυμνῇ · σχεδόθεν δέ οἱ ἤλυθεν ἀνὴρ
15.224 τηλεδαπός , φεύγων ἐξ Ἄργεος ἄνδρα κατακτάς ,
15.225 μάντις · ἀτὰρ γενεήν γε Μελάμποδος ἔκγονος ἦεν ,
15.226 ὃς πρὶν μέν ποτ’ ἔναιε Πύλῳ ἔνι , μητέρι μήλων ,
15.227 ἀφνειὸς Πυλίοισι μέγ’ ἔξοχα δώματα ναίων ·
15.228 δὴ τότε γ’ ἄλλων δῆμον ἀφίκετο , πατρίδα φεύγων
15.229 Νηλέα τε μεγάθυμον , ἀγαυότατον ζωόντων ,
15.230 ὅς οἱ χρήματα πολλὰ τελεσφόρον εἰς ἐνιαυτὸν
15.231 εἶχε βίῃ . δὲ τῆος ἐνὶ μεγάροις Φυλάκοιο
15.232 δεσμῷ ἐν ἀργαλέῳ δέδετο , κρατέρ’ ἄλγεα πάσχων
15.233 εἵνεκα Νηλῆος κούρης ἄτης τε βαρείης ,
15.234 τήν οἱ ἐπὶ φρεσὶ θῆκε θεὰ δασπλῆτις Ἐρινύς .
15.235 ἀλλ’ μὲν ἔκφυγε κῆρα καὶ ἤλασε βοῦς ἐριμύκους
15.236 ἐς Πύλον ἐκ Φυλάκης καὶ ἐτίσατο ἔργον ἀεικὲς