14.522 ἕννυσθαι ὅτε τις χειμὼν ἔκπαγλος ὄροιτο .
14.523 ὣς μὲν ἔνθ’ Ὀδυσεὺς κοιμήσατο , τοὶ δὲ παρ’ αὐτὸν
14.524 ἄνδρες κοιμήσαντο νεηνίαι · οὐδὲ συβώτῃ
14.525 ἥνδανεν αὐτόθι κοῖτος , ὑῶν ἄπο κοιμηθῆναι ,
14.526 ἀλλ’ γ’ ἄρ’ ἔξω ἰὼν ὡπλίζετο · χαῖρε δ’ Ὀδυσσεύς ,
14.527 ὅττι ῥά οἱ βιότου περικήδετο νόσφιν ἐόντος .
14.528 πρῶτον μὲν ξίφος ὀξὺ περὶ στιβαροῖς βάλετ’ ὤμοις ,
14.529 ἀμφὶ δὲ χλαῖναν ἑέσσατ’ ἀλεξάνεμον , μάλα πυκνήν ,
14.530 ἂν δὲ νάκην ἕλετ’ αἰγὸς ἐϋτρεφέος μεγάλοιο ,
14.531 εἵλετο δ’ ὀξὺν ἄκοντα , κυνῶν ἀλκτῆρα καὶ ἀνδρῶν .
14.532 βῆ δ’ ἴμεναι κείων ὅθι περ σύες ἀργιόδοντες
14.533 πέτρῃ ὕπο γλαφυρῇ εὗδον , Βορέω ὑπ’ ἰωγῇ .