9.213 κωρύκῳ · αὐτίκα γάρ μοι ὀίσατο θυμὸς ἀγήνωρ
9.214 ἄνδρ’ ἐπελεύσεσθαι μεγάλην ἐπιειμένον ἀλκήν ,
9.215 ἄγριον , οὔτε δίκας ἐὺ εἰδότα οὔτε θέμιστας .
9.216 καρπαλίμως δ’ εἰς ἄντρον ἀφικόμεθ’ , οὐδέ μιν ἔνδον
9.217 εὕρομεν , ἀλλ’ ἐνόμευε νομὸν κάτα πίονα μῆλα .
9.218 ἐλθόντες δ’ εἰς ἄντρον ἐθηεύμεσθα ἕκαστα .
9.219 ταρσοὶ μὲν τυρῶν βρῖθον , στείνοντο δὲ σηκοὶ
9.220 ἀρνῶν ἠδ’ ἐρίφων · διακεκριμέναι δὲ ἕκασται
9.221 ἔρχατο , χωρὶς μὲν πρόγονοι , χωρὶς δὲ μέτασσαι ,
9.222 χωρὶς δ’ αὖθ’ ἕρσαι . ναῖον δ’ ὀρῷ ἄγγεα πάντα ,
9.223 γαυλοί τε σκαφίδες τε , τετυγμένα , τοῖς ἐνάμελγεν .
9.224 ἔνθ’ ἐμὲ μὲν πρώτισθ’ ἕταροι λίσσοντ’ ἐπέεσσιν
9.225 τυρῶν αἰνυμένους ἰέναι πάλιν , αὐτὰρ ἔπειτα
9.226 καρπαλίμως ἐπὶ νῆα θοὴν ἐρίφους τε καὶ ἄρνας
9.227 σηκῶν ἐξελάσαντας ἐπιπλεῖν ἁλμυρὸν ὕδωρ ·
9.228 ἀλλ’ ἐγὼ οὐ πιθόμην , τ’ ἂν πολὺ κέρδιον ἦεν ,
9.229 ὄφρ’ αὐτόν τε ἴδοιμι , καὶ εἴ μοι ξείνια δοίη .
9.230 οὐδ’ ἄρ’ ἔμελλ’ ἑτάροισι φανεὶς ἐρατεινὸς ἔσεσθαι .
9.231 ἔνθα δὲ πῦρ κήαντες ἐθύσαμεν ἠδὲ καὶ αὐτοὶ
9.232 τυρῶν αἰνύμενοι φάγομεν , μένομέν τέ μιν ἔνδον
9.233 ἥμενοι , ἧος ἐπῆλθε νέμων . φέρε δ’ ὄβριμον ἄχθος
9.234 ὕλης ἀζαλέης , ἵνα οἱ ποτιδόρπιον εἴη ,
9.235 ἔντοσθεν δ’ ἄντροιο βαλὼν ὀρυμαγδὸν ἔθηκεν ·
9.236 ἡμεῖς δὲ δείσαντες ἀπεσσύμεθ’ ἐς μυχὸν ἄντρου .
9.237 αὐτὰρ γ’ εἰς εὐρὺ σπέος ἤλασε πίονα μῆλα
9.238 πάντα μάλ’ ὅσσ’ ἤμελγε , τὰ δ’ ἄρσενα λεῖπε θύρηφιν ,
9.239 ἀρνειούς τε τράγους τε , βαθείης ἔκτοθεν αὐλῆς .
9.240 αὐτὰρ ἔπειτ’ ἐπέθηκε θυρεὸν μέγαν ὑψόσ’ ἀείρας ,
9.241 ὄβριμον · οὐκ ἂν τόν γε δύω καὶ εἴκοσ’ ἄμαξαι