8.179 εἰπὼν οὐ κατὰ κόσμον . ἐγὼ δ’ οὐ νῆις ἀέθλων ,
8.180 ὡς σύ γε μυθεῖαι , ἀλλ’ ἐν πρώτοισιν ὀίω
8.181 ἔμμεναι , ὄφρ’ ἥβῃ τε πεποίθεα χερσί τ’ ἐμῇσι .
8.182 νῦν δ’ ἔχομαι κακότητι καὶ ἄλγεσι · πολλὰ γὰρ ἔτλην
8.183 ἀνδρῶν τε πτολέμους ἀλεγεινά τε κύματα πείρων .
8.184 ἀλλὰ καὶ ὥς , κακὰ πολλὰ παθών , πειρήσομ’ ἀέθλων ·
8.185 θυμοδακὴς γὰρ μῦθος , ἐπώτρυνας δέ με εἰπών .
8.186 ῥα καὶ αὐτῷ φάρει ἀναΐξας λάβε δίσκον
8.187 μείζονα καὶ πάχετον , στιβαρώτερον οὐκ ὀλίγον περ
8.188 οἵῳ Φαίηκες ἐδίσκεον ἀλλήλοισι .
8.189 τόν ῥα περιστρέψας ἧκε στιβαρῆς ἀπὸ χειρός ,
8.190 βόμβησεν δὲ λίθος · κατὰ δ’ ἔπτηξαν ποτὶ γαίῃ
8.191 Φαίηκες δολιχήρετμοι , ναυσίκλυτοι ἄνδρες ,
8.192 λᾶος ὑπὸ ῥιπῆς · δ’ ὑπέρπτατο σήματα πάντων
8.193 ῥίμφα θέων ἀπὸ χειρός . ἔθηκε δὲ τέρματ’ Ἀθήνη
8.194 ἀνδρὶ δέμας ἐικυῖα , ἔπος τ’ ἔφατ’ ἔκ τ’ ὀνόμαζεν ·
8.195 καί κ’ ἀλαός τοι , ξεῖνε , διακρίνειε τὸ σῆμα
8.196 ἀμφαφόων , ἐπεὶ οὔ τι μεμιγμένον ἐστὶν ὁμίλῳ ,
8.197 ἀλλὰ πολὺ πρῶτον . σὺ δὲ θάρσει τόνδε γ’ ἄεθλον ·
8.198 οὔ τις Φαιήκων τόδε γ’ ἵξεται , οὐδ’ ὑπερήσει .
8.199 ὣς φάτο , γήθησεν δὲ πολύτλας δῖος Ὀδυσσεύς ,
8.200 χαὶρων , οὕνεχ’ ἑταῖρον ἐνηέα λεῦσσ’ ἐν ἀγῶνι .
8.201 καὶ τότε κουφότερον μετεφώνεε Φαιήκεσσιν ·
8.202 τοῦτον νῦν ἀφίκεσθε , νέοι . τάχα δ’ ὕστερον ἄλλον
8.203 ἥσειν τοσσοῦτον ὀίομαι ἔτι μᾶσσον .
8.204 τῶν δ’ ἄλλων ὅτινα κραδίη θυμός τε κελεύει ,
8.205 δεῦρ’ ἄγε πειρηθήτω , ἐπεί μ’ ἐχολώσατε λίην ,