6.230 μείζονά τ’ εἰσιδέειν καὶ πάσσονα , κὰδ δὲ κάρητος
6.231 οὔλας ἧκε κόμας , ὑακινθίνῳ ἄνθει ὁμοίας .
6.232 ὡς δ’ ὅτε τις χρυσὸν περιχεύεται ἀργύρῳ ἀνὴρ
6.233 ἴδρις , ὃν Ἥφαιστος δέδαεν καὶ Παλλὰς Ἀθήνη
6.234 τέχνην παντοίην , χαρίεντα δὲ ἔργα τελείει ,
6.235 ὣς ἄρα τῷ κατέχευε χάριν κεφαλῇ τε καὶ ὤμοις .
6.236 ἕζετ’ ἔπειτ’ ἀπάνευθε κιὼν ἐπὶ θῖνα θαλάσσης ,
6.237 κάλλεϊ καὶ χάρισι στίλβων · θηεῖτο δὲ κούρη .
6.238 δή ῥα τότ’ ἀμφιπόλοισιν ἐυπλοκάμοισι μετηύδα ·
6.239 κλῦτέ μευ , ἀμφίπολοι λευκώλενοι , ὄφρα τι εἴπω .
6.240 οὐ πάντων ἀέκητι θεῶν , οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν ,
6.241 Φαιήκεσσ’ ὅδ’ ἀνὴρ ἐπιμίσγεται ἀντιθέοισι ·
6.242 πρόσθεν μὲν γὰρ δή μοι ἀεικέλιος δέατ’ εἶναι ,
6.243 νῦν δὲ θεοῖσιν ἔοικε , τοὶ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχουσιν .
6.244 αἲ γὰρ ἐμοὶ τοιόσδε πόσις κεκλημένος εἴη
6.245 ἐνθάδε ναιετάων , καὶ οἱ ἅδοι αὐτόθι μίμνειν .
6.246 ἀλλὰ δότ’ , ἀμφίπολοι , ξείνῳ βρῶσίν τε πόσιν τε .
6.247 ὣς ἔφαθ’ , αἱ δ’ ἄρα τῆς μάλα μὲν κλύον ἠδ’ ἐπίθοντο ,
6.248 πὰρ δ’ ἄρ’ Ὀδυσσῆι ἔθεσαν βρῶσίν τε πόσιν τε .
6.249 τοι πῖνε καὶ ἦσθε πολύτλας δῖος Ὀδυσσεὺς
6.250 ἁρπαλέως · δηρὸν γὰρ ἐδητύος ἦεν ἄπαστος .
6.251 αὐτὰρ Ναυσικάα λευκώλενος ἄλλ’ ἐνόησεν ·
6.252 εἵματ’ ἄρα πτύξασα τίθει καλῆς ἐπ’ ἀπήνης ,
6.253 ζεῦξεν δ’ ἡμιόνους κρατερώνυχας , ἂν δ’ ἔβη αὐτή ,
6.254 ὤτρυνεν δ’ Ὀδυσῆα , ἔπος τ’ ἔφατ’ ἔκ τ’ ὀνόμαζεν ·
6.255 ὄρσεο δὴ νῦν , ξεῖνε , πόλινδ’ ἴμεν ὄφρα σε πέμψω
6.256 πατρὸς ἐμοῦ πρὸς δῶμα δαΐφρονος , ἔνθα σέ φημι
6.257 πάντων Φαιήκων εἰδησέμεν ὅσσοι ἄριστοι .