6.175 ἀλλά , ἄνασσ’ , ἐλέαιρε · σὲ γὰρ κακὰ πολλὰ μογήσας
6.176 ἐς πρώτην ἱκόμην , τῶν δ’ ἄλλων οὔ τινα οἶδα
6.177 ἀνθρώπων , οἳ τήνδε πόλιν καὶ γαῖαν ἔχουσιν .
6.178 ἄστυ δέ μοι δεῖξον , δὸς δὲ ῥάκος ἀμφιβαλέσθαι ,
6.179 εἴ τί που εἴλυμα σπείρων ἔχες ἐνθάδ’ ἰοῦσα .
6.180 σοὶ δὲ θεοὶ τόσα δοῖεν ὅσα φρεσὶ σῇσι μενοινᾷς ,
6.181 ἄνδρα τε καὶ οἶκον , καὶ ὁμοφροσύνην ὀπάσειαν
6.182 ἐσθλήν · οὐ μὲν γὰρ τοῦ γε κρεῖσσον καὶ ἄρειον ,
6.183 ὅθ’ ὁμοφρονέοντε νοήμασιν οἶκον ἔχητον
6.184 ἀνὴρ ἠδὲ γυνή · πόλλ’ ἄλγεα δυσμενέεσσι ,
6.185 χάρματα δ’ εὐμενέτῃσι , μάλιστα δέ τ’ ἔκλυον αὐτοί .
6.186 τὸν δ’ αὖ Ναυσικάα λευκώλενος ἀντίον ηὔδα ·
6.187 ξεῖν’ , ἐπεὶ οὔτε κακῷ οὔτ’ ἄφρονι φωτὶ ἔοικας ·
6.188 Ζεὺς δ’ αὐτὸς νέμει ὄλβον Ὀλύμπιος ἀνθρώποισιν ,
6.189 ἐσθλοῖς ἠδὲ κακοῖσιν , ὅπως ἐθέλῃσιν , ἑκάστῳ ·
6.190 καί που σοὶ τάδ’ ἔδωκε , σὲ δὲ χρὴ τετλάμεν ἔμπης .
6.191 νῦν δ’ , ἐπεὶ ἡμετέρην τε πόλιν καὶ γαῖαν ἱκάνεις ,
6.192 οὔτ’ οὖν ἐσθῆτος δευήσεαι οὔτε τευ ἄλλου ,
6.193 ὧν ἐπέοιχ’ ἱκέτην ταλαπείριον ἀντιάσαντα .
6.194 ἄστυ δέ τοι δείξω , ἐρέω δέ τοι οὔνομα λαῶν .
6.195 Φαίηκες μὲν τήνδε πόλιν καὶ γαῖαν ἔχουσιν ,
6.196 εἰμὶ δ’ ἐγὼ θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἀλκινόοιο ,
6.197 τοῦ δ’ ἐκ Φαιήκων ἔχεται κάρτος τε βίη τε .
6.198 ῥα καὶ ἀμφιπόλοισιν ἐυπλοκάμοισι κέλευσε ·
6.199 στῆτέ μοι , ἀμφίπολοι · πόσε φεύγετε φῶτα ἰδοῦσαι ;
6.200 μή πού τινα δυσμενέων φάσθ’ ἔμμεναι ἀνδρῶν ;
6.201 οὐκ ἔσθ’ οὗτος ἀνὴρ διερὸς βροτὸς οὐδὲ γένηται ,