5.233 καὶ τότ’ Ὀδυσσῆι μεγαλήτορι μήδετο πομπήν ·
5.234 δῶκέν οἱ πέλεκυν μέγαν , ἄρμενον ἐν παλάμῃσι ,
5.235 χάλκεον , ἀμφοτέρωθεν ἀκαχμένον · αὐτὰρ ἐν αὐτῷ
5.236 στειλειὸν περικαλλὲς ἐλάινον , εὖ ἐναρηρός ·
5.237 δῶκε δ’ ἔπειτα σκέπαρνον ἐύξοον · ἦρχε δ’ ὁδοῖο
5.238 νήσου ἐπ’ ἐσχατιῆς , ὅθι δένδρεα μακρὰ πεφύκει ,
5.239 κλήθρη τ’ αἴγειρός τ’ , ἐλάτη τ’ ἦν οὐρανομήκης ,
5.240 αὖα πάλαι , περίκηλα , τά οἱ πλώοιεν ἐλαφρῶς .
5.241 αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ δεῖξ’ , ὅθι δένδρεα μακρὰ πεφύκει ,
5.242 μὲν ἔβη πρὸς δῶμα Καλυψώ , δῖα θεάων ,
5.243 αὐτὰρ τάμνετο δοῦρα · θοῶς δέ οἱ ἤνυτο ἔργον .
5.244 εἴκοσι δ’ ἔκβαλε πάντα , πελέκκησεν δ’ ἄρα χαλκῷ ,
5.245 ξέσσε δ’ ἐπισταμένως καὶ ἐπὶ στάθμην ἴθυνεν .
5.246 τόφρα δ’ ἔνεικε τέρετρα Καλυψώ , δῖα θεάων ·
5.247 τέτρηνεν δ’ ἄρα πάντα καὶ ἥρμοσεν ἀλλήλοισιν ,
5.248 γόμφοισιν δ’ ἄρα τήν γε καὶ ἁρμονίῃσιν ἄρασσεν .
5.249 ὅσσον τίς τ’ ἔδαφος νηὸς τορνώσεται ἀνὴρ
5.250 φορτίδος εὐρείης , ἐὺ εἰδὼς τεκτοσυνάων ,
5.251 τόσσον ἔπ’ εὐρεῖαν σχεδίην ποιήσατ’ Ὀδυσσεύς .
5.252 ἴκρια δὲ στήσας , ἀραρὼν θαμέσι σταμίνεσσι ,
5.253 ποίει · ἀτὰρ μακρῇσιν ἐπηγκενίδεσσι τελεύτα .
5.254 ἐν δ’ ἱστὸν ποίει καὶ ἐπίκριον ἄρμενον αὐτῷ ·
5.255 πρὸς δ’ ἄρα πηδάλιον ποιήσατο , ὄφρ’ ἰθύνοι .
5.256 φράξε δέ μιν ῥίπεσσι διαμπερὲς οἰσυΐνῃσι
5.257 κύματος εἶλαρ ἔμεν · πολλὴν δ’ ἐπεχεύατο ὕλην .
5.258 τόφρα δὲ φάρε’ ἔνεικε Καλυψώ , δῖα θεάων ,
5.259 ἱστία ποιήσασθαι · δ’ εὖ τεχνήσατο καὶ τά .
5.260 ἐν δ’ ὑπέρας τε κάλους τε πόδας τ’ ἐνέδησεν ἐν αὐτῇ ,