24.277 , τόσους δʹ ἐπὶ τοῖσι χιτῶνας ,
24.278 χωρὶς δʹ αὖτε γυναῖκας , ἀμύμονα ἔργα ἰδυίας ,
24.279 τέσσαρας εἰδαλίμας , ἃς ἤθελεν αὐτὸς ἑλέσθαι .
24.280 τὸν δʹ ἠμείβετʹ ἔπειτα πατὴρ κατὰ δάκρυον εἴβων ·
24.281 ξεῖνʹ , τοι μὲν γαῖαν ἱκάνεις , ἣν ἐρεείνεις ,
24.282 ὑβρισταὶ δʹ αὐτὴν καὶ ἀτάσθαλοι ἄνδρες ἔχουσιν ·
24.283 δῶρα δʹ ἐτώσια ταῦτα χαρίζεο , μυρίʹ ὀπάζων ·
24.284 εἰ γάρ μιν ζωόν γʹ ἐκίχεις Ἰθάκης ἐνὶ δήμῳ ,
24.285 τῷ κέν σʹ εὖ δώροισιν ἀμειψάμενος ἀπέπεμψε
24.286 καὶ ξενίῃ ἀγαθῇ γὰρ θέμις , ὅς τις ὑπάρξῃ .
24.287 ἀλλʹ ἄγε μοι τόδε εἰπὲ καὶ ἀτρεκέως κατάλεξον ,
24.288 πόστον δὴ ἔτος ἐστίν , ὅτε ξείνισσας ἐκεῖνον
24.289 σὸν ξεῖνον δύστηνον , ἐμὸν παῖδʹ , εἴ ποτʹ ἔην γε ,
24.290 δύσμορον ; ὅν που τῆλε φίλων καὶ πατρίδος αἴης
24.291 ἠέ που ἐν πόντῳ φάγον ἰχθύες , ἐπὶ χέρσου
24.292 θηρσὶ καὶ οἰωνοῖσιν ἕλωρ γένετʹ · οὐδέ μήτηρ
24.293 κλαῦσε περιστείλασα πατήρ θʹ , οἵ μιν τεκόμεσθα ·
24.294 οὐδʹ ἄλοχος πολύδωρος , ἐχέφρων Πηνελόπεια ,
24.295 κώκυσʹ ἐν λεχέεσσιν ἑὸν πόσιν , ὡς ἐπεῴκει ,
24.296 ὀφθαλμοὺς καθελοῦσα · τὸ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων .
24.297 καί μοι τοῦτʹ ἀγόρευσον ἐτήτυμον , ὄφρʹ ἐῢ εἰδῶ ·
24.298 τίς πόθεν εἶς ἀνδρῶν ; πόθι τοι πόλις ἠδὲ τοκῆες ;
24.299 ποῦ δὲ νηῦς ἕστηκε θοή , σʹ ἤγαγε δεῦρο
24.300 ἀντιθέους θʹ ἑτάρους ; ἔμπορος εἰλήλουθας
24.301 νηὸς ἐπʹ ἀλλοτρίης , οἱ δʹ ἐκβήσαντες ἔβησαν ;
24.302 τὸν δʹ ἀπαμειβόμενος προσέφη πολύμητις Ὀδυσσεύς ·
24.303 τοιγὰρ ἐγώ τοι πάντα μάλʹ ἀτρεκέως καταλέξω .
24.304 εἰμὶ μὲν ἐξ Ἀλύβαντος , ὅθι κλυτὰ δώματα