17.471 ὁππότʹ ἀνὴρ περὶ οἷσι μαχειόμενος κτεάτεσσι
17.472 βλήεται , περὶ βουσὶν ἀργεννῇς ὀΐεσσιν ·
17.473 αὐτὰρ ἔμʹ Ἀντίνοος βάλε γαστέρος εἵνεκα λυγρῆς ,
17.474 οὐλομένης , πολλὰ κάκʹ ἀνθρώποισι δίδωσιν .
17.475 ἀλλʹ εἴ που πτωχῶν γε θεοὶ καὶ Ἐρινύες εἰσίν ,
17.476 Ἀντίνοον πρὸ γάμοιο τέλος θανάτοιο κιχείη .
17.477 τὸν δʹ αὖτʹ Ἀντίνοος προσέφη , Εὐπείθεος υἱός ·
17.478 ἔσθιʹ ἕκηλος , ξεῖνε , καθήμενος , ἄπιθʹ ἄλλῃ ,
17.479 μή σε νέοι διὰ δώματʹ ἐρύσσωσʹ , οἷʹ ἀγορεύεις ,
17.480 ποδὸς καὶ χειρός , ἀποδρύψωσι δὲ πάντα .
17.481 ὣς ἔφαθʹ , οἱ δʹ ἄρα πάντες ὑπερφιάλως νεμέσησαν ·
17.482 ὧδε δέ τις εἴπεσκε νέων ὑπερηνορεόντων ·
17.483 Ἀντίνοʹ , οὐ μὲν κάλʹ ἔβαλες δύστηνον ἀλήτην ,
17.484 οὐλόμενʹ , εἰ δή πού τις ἐπουράνιος θεός ἐστιν .
17.485 καί τε θεοὶ ξείνοισιν ἐοικότες ἀλλοδαποῖσι ,
17.486 παντοῖοι τελέθοντες , ἐπιστρωφῶσι πόληας ,
17.487 ἀνθρώπων ὕβριν τε καὶ εὐνομίην ἐφορῶντες .
17.488 ὣς ἄρʹ ἔφαν μνηστῆρες , δʹ οὐκ ἐμπάζετο μύθων .
17.489 Τηλέμαχος δʹ ἐν μὲν κραδίῃ μέγα πένθος ἄεξε
17.490 βλημένου , οὐδʹ ἄρα δάκρυ χαμαὶ βάλεν ἐκ βλεφάροιϊν ,
17.491 ἀλλʹ ἀκέων κίνησε κάρη , κακὰ βυσσοδομεύων .
17.492 τοῦ δʹ ὡς οὖν ἤκουσε περίφρων Πηνελόπεια
17.493 βλημένου ἐν μεγάρῳ , μετʹ ἄρα δμῳῇσιν ἔειπεν ·
17.494 αἴθʹ οὕτως αὐτόν σε βάλοι κλυτότοξος Ἀπόλλων .
17.495 τὴν δʹ αὖτʹ Εὐρυνόμη ταμίη πρὸς μῦθον ἔειπεν ·
17.496 εἰ γὰρ ἐπʹ ἀρῇσιν τέλος ἡμετέρῃσι γένοιτο ·
17.497 οὐκ ἄν τις τούτων γε ἐΰθρονον Ἠῶ ἵκοιτο .
17.498 τὴν δʹ αὖτε προσέειπε περίφρων Πηνελόπεια ·
17.499 μαῖʹ , ἐχθροὶ μὲν πάντες , ἐπεὶ κακὰ μηχανόωνται ·
17.500 Ἀντίνοος δὲ