17.239 ἀνασχών ·
17.240 νύμφαι κρηναῖαι , κοῦραι Διός , εἴ ποτʹ Ὀδυσσεὺς
17.241 ὔμμʹ ἐπὶ μηρίʹ ἔκηε , καλύψας πίονι δημῷ ,
17.242 ἀρνῶν ἠδʹ ἐρίφων , τόδε μοι κρηήνατʹ ἐέλδωρ ,
17.243 ὡς ἔλθοι μὲν κεῖνος ἀνήρ , ἀγάγοι δέ δαίμων ·
17.244 τῷ κέ τοι ἀγλαΐας γε διασκεδάσειεν ἁπάσας ,
17.245 τὰς νῦν ὑβρίζων φορέεις , ἀλαλήμενος αἰεὶ
17.246 ἄστυ κάτʹ · αὐτὰρ μῆλα κακοὶ φθείρουσι νομῆες .
17.247 τὸν δʹ αὖτε προσέειπε Μελάνθιος , αἰπόλος αἰγῶν ·
17.248 πόποι , οἶον ἔειπε κύων ὀλοφώϊα εἰδώς ,
17.249 τόν ποτʹ ἐγὼν ἐπὶ νηὸς ἐϋσσέλμοιο μελαίνης
17.250 ἄξω τῆλʹ Ἰθάκης , ἵνα μοι βίοτον πολὺν ἄλφοι .
17.251 αἲ γὰρ Τηλέμαχον βάλοι ἀργυρότοξος Ἀπόλλων
17.252 σήμερον ἐν μεγάροις , ὑπὸ μνηστῆρσι δαμείη ,
17.253 ὡς Ὀδυσῆΐ γε τηλοῦ ἀπώλετο νόστιμον ἦμαρ .
17.254 ὣς εἰπὼν τοὺς μὲν λίπεν αὐτοῦ ἦκα κιόντας ,
17.255 αὐτὰρ βῆ , μάλα δʹ ὦκα δόμους ἵκανεν ἄνακτος .
17.256 αὐτίκα δʹ εἴσω ἴεν , μετὰ δὲ μνηστῆρσι καθῖζεν ,
17.257 ἀντίον Εὐρυμάχου · τὸν γὰρ φιλέεσκε μάλιστα .
17.258 τῷ πάρα μὲν κρειῶν μοῖραν θέσαν οἳ πονέοντο ,
17.259 σῖτον δʹ αἰδοίη ταμίη παρέθηκε φέρουσα
17.260 ἔδμεναι . ἀγχίμολον δʹ Ὀδυσεὺς καὶ δῖος ὑφορβὸς
17.261 στήτην ἐρχομένω , περὶ δέ σφεας ἤλυθʹ ἰωὴ
17.262 φόρμιγγος γλαφυρῆς · ἀνὰ γάρ σφισι βάλλετʹ ἀείδειν
17.263 Φήμιος · αὐτὰρ χειρὸς ἑλὼν προσέειπε συβώτην ·
17.264 Εὔμαιʹ , μάλα δὴ τάδε δώματα κάλʹ Ὀδυσῆος ,
17.265 ῥεῖα δʹ ἀρίγνωτʹ ἐστὶ καὶ ἐν πολλοῖσιν ἰδέσθαι .
17.266 ἐξ ἑτέρων ἕτερʹ ἐστίν , ἐπήσκηται δέ οἱ αὐλὴ
17.267 τοίχῳ καὶ θριγκοῖσι , θύραι δʹ εὐερκέες εἰσὶ
17.268 δικλίδες · οὐκ ἄν τίς μιν